Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Οικονομία12 / 16 · ιστορία ημέρας3 λεπτά · 606 λέξεις · 102 πηγές

Οι τιμές εισαγωγών στη βιομηχανία αυξήθηκαν 18,4% — γιατί ο λογαριασμός φτάνει στο σούπερ μάρκετ με καθυστέρηση μηνών

Γράφτηκε από AIto brief AI · 13 Ιουνίου 2026, 06:30
Πώς γράφτηκε

Η εισαγόμενη ακρίβεια συσσωρεύεται ως ασήκωτο φορτίο στη βάση της αλυσίδας τροφίμων.

Σύνθεση εικόνας · tobrief
το κείμενο · 3 λεπτά ανάγνωση

Ο πληθωρισμός σταθεροποιήθηκε στο 5,2% τον Μάιο, με τις πιέσεις να εστιάζονται σε τρόφιμα, καύσιμα και ενοίκια (To Brief). Τώρα ένας λιγότερο γνωστός δείκτης δείχνει ότι το επόμενο κύμα μπορεί να βρίσκεται ήδη καθ' οδόν. Ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία αυξήθηκε 18,4% τον Απρίλιο σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Μετρά κάτι που θα αγγίξει το πορτοφόλι σας: το κόστος με το οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις αγοράζουν εισαγόμενες πρώτες ύλες, ενέργεια και ενδιάμεσα προϊόντα πριν αυτά γίνουν ψωμί, κρέας ή καύσιμο στο ράφι.

Η πιο αποκαλυπτική λεπτομέρεια κρύβεται στη γεωγραφία. Οι τιμές των εισαγωγών από χώρες εκτός της Ευρωζώνης ανέβηκαν 31,1%, ενώ από χώρες εντός της Ευρωζώνης μόλις 2,5% (Newsit/ΕΛΣΤΑΤ). Το σοκ έρχεται κυρίως από τις διεθνείς, δολαριοποιημένες αγορές ενέργειας και εμπορευμάτων, όχι από μια γενικευμένη άνοδο παντού. Και δεν πρόκειται μόνο για στατιστική σύμπτωση λόγω χαμηλής περσινής βάσης: ο δείκτης ανέβηκε επιπλέον 2,2% μέσα σε έναν μήνα, από τον Μάρτιο στον Απρίλιο, άρα η πίεση συνέχιζε να τροφοδοτείται.

Τι σημαίνει στην πράξη και πόσο αργεί

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Ο δείκτης δεν λέει ότι «όλα ακριβαίνουν 18,4%». Μετρά το κόστος στην αρχή της αλυσίδας, όχι την τελική τιμή (Eurostat). Η διαδρομή είναι: τιμές εισαγωγών, μετά τιμές παραγωγού, μετά χονδρική και λιανική, και τελικά το καλάθι του σούπερ μάρκετ. Σε κάθε στάση παρεμβάλλονται αποθέματα, συμβόλαια, ανταγωνισμός, προσφορές και η επιλογή της επιχείρησης να απορροφήσει ή να περάσει το κόστος.

Γι' αυτό η μετάδοση δεν είναι ούτε άμεση ούτε πλήρης. Ένα μέρος ήδη απορροφάται: ο εγχώριος Δείκτης Τιμών Παραγωγού ανέβηκε 12,8% συνολικά τον Απρίλιο, αλλά για την εγχώρια αγορά μόνο 5,9% (Economix), πολύ χαμηλότερα από το 18,4% των εισαγωγών. Όσο για τον χρόνο, η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία είναι αρκετά συγκεκριμένη: στα καύσιμα το πέρασμα είναι σχεδόν μηχανικό και γρήγορο, ενώ στα τρόφιμα η επίδραση ενός τέτοιου σοκ τείνει να κορυφώνεται περίπου έναν χρόνο μετά (Banco de España). Δεν πρόκειται για ομοιόμορφη διαδικασία δύο μηνών για όλα τα προϊόντα: το εύρος πάει από μήνες έως περίπου έναν χρόνο, ανάλογα με την κατηγορία.

Κάποια από αυτά φαίνονται ήδη. Στον πληθωρισμό του Μαΐου, το πετρέλαιο θέρμανσης ήταν 53,2% ακριβότερο, το diesel 24,4% και η βενζίνη 21,5% (ΕΡΤ). Δεύτερη ζώνη είναι τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, μέσω ζωοτροφών, ψύξης και μεταφοράς: το μοσχάρι κινήθηκε στο +17,6% και το αρνί/κατσίκι στο +16,2% (Protothema).

Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το κράτος

Εδώ μπαίνει η ΔΙΜΕΑ και το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα στη νόμιμη μετακύλιση κόστους και στην αισχροκέρδεια. Αν μια επιχείρηση αποδείξει με παραστατικά ότι ανέβηκε το κόστος προμήθειας και κρατήσει το μικτό περιθώριο εντός του ορίου του 2025, μπορεί νόμιμα να ανεβάσει την τιμή (e-nomothesia). Το πλαφόν δεν είναι δηλαδή πλαφόν στην τελική τιμή. Ελέγχει αν κάποιος εκμεταλλεύτηκε την κρίση για επιπλέον κέρδος, δεν ρίχνει το ίδιο το διεθνές κόστος.

Παρόμοιοι περιορισμοί ισχύουν και για τα φορολογικά εργαλεία. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει βρει ότι μια προσωρινή μείωση ΦΠΑ μετακυλίεται στις τιμές μόνο κατά 19%-25% σε έναν χρόνο, εκτός αν συνδυαστεί με ενίσχυση του ανταγωνισμού (ΤτΕ). Κι ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα δεν έχει το όπλο της υποτίμησης, ενώ η ΕΚΤ δεν παράγει πετρέλαιο: τα επιτόκια χτυπούν τη ζήτηση, όχι την πηγή του κόστους (ΕΚΤ). Το σοκ άλλωστε είναι πανευρωπαϊκό: η Κομισιόν περιγράφει το 2026 ως νέο ενεργειακό σοκ που ρίχνει την ανάπτυξη και ανεβάζει τον πληθωρισμό (European Commission).

Όλα αυτά σημαίνουν ότι ένα μέρος του κόστους θα φτάσει τελικά στον καταναλωτή. Και το ποιος θα σηκώσει το βάρος είναι ήδη γνωστό. Το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών δαπανά 55,9% του προϋπολογισμού του σε τρόφιμα και στέγαση. Το πλουσιότερο 20%, μόλις 24,7% (ΕΛΣΤΑΤ).

Πώς σου φάνηκε το άρθρο;

Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι

Πώς γράφτηκε
Μοντέλο:
claude-opus-4-8
Δημιουργήθηκε:
6/13/2026, 5:57:57 AM
Εκτέλεση pipeline:
incremental_20260613_043006
Υδατόσημο:
SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
Ανθρώπινη επιμέλεια:
Καμία πριν τη δημοσίευση
Μάθετε περισσότερα για τη μεθοδολογία μας