ΗΠΑ: έγκριση σαουδαραβικών μαχητικών, όχι ακόμη πώληση

Η πιθανή πώληση F-35 συνδέει το Ριάντ με δεκαετίες αμερικανικής υποστήριξης.
Σύνθεση εικόνας · tobriefΤο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών (State Department) ενέκρινε στις 17 Σεπτεμβρίου πιθανή πώληση έως 48 μαχητικών F-35A στη Σαουδική Αραβία, αξίας που εκτιμάται στα 24,3 δισ. δολάρια (State Department, Breaking Defense). Πρόκειται για επίσημη ειδοποίηση προς το Κογκρέσο, που ανοίγει προθεσμία 30 ημερών, όχι για υπογεγραμμένη σύμβαση ή έναρξη παραδόσεων. Το Ριάντ δεν έχει αγοράσει ακόμη ούτε ένα από αυτά τα αεροσκάφη χαμηλής παρατηρησιμότητας, δύσκολα εντοπίσιμα από ραντάρ, που αγοράζει και η Ελλάδα.
Τον Νοέμβριο του 2025 ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε δημόσια το πολιτικό «ναι» και υπέγραψε με τον διάδοχο του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, στρατηγική αμυντική συμφωνία που έβαζε τα F-35 σε ένα ευρύτερο πακέτο (White House). Στην ίδια δέσμη μπήκε και πολιτική πυρηνική συνεργασία, την οποία ο Τραμπ αργότερα συνέδεσε με την ένταξη του Ριάντ στις Συμφωνίες του Αβραάμ, τις συμφωνίες εξομάλυνσης αραβικών κρατών με το Ισραήλ (To Brief). Η ειδοποίηση της 17ης Σεπτεμβρίου είναι το επόμενο τυπικό βήμα σε αυτή τη διαδρομή.
Τρία μέτωπα για την Ουάσιγκτον
Για την Ουάσιγκτον, η πώληση εξυπηρετεί ταυτόχρονα τρεις στόχους που συχνά τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο πρώτος είναι στρατηγικός: να δέσει τη Σαουδική Αραβία σε αμερικανικά συστήματα και δόγμα, κρατώντας την στη δική της τροχιά τη στιγμή που το βασίλειο έχει βαθύνει τη στρατιωτική του συνεργασία με το Πεκίνο. Ένας στόλος F-35 σημαίνει δεκαετίες εξάρτησης από αμερικανική εκπαίδευση, ανταλλακτικά και λογισμικό.
Ο δεύτερος στόχος είναι τεχνολογικός, και εδώ υπάρχει τριβή. Η αξία του F-35 δεν κρύβεται μόνο στην αποφυγή των ραντάρ, αλλά στα ευαίσθητα δεδομένα των αισθητήρων και στο λογισμικό αποστολής του. Εσωτερική εκτίμηση αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, όπως τη μετέφεραν οι New York Times, προειδοποιεί ότι οι στενοί σαουδαραβοκινεζικοί δεσμοί θα μπορούσαν να εκθέσουν αυτή την τεχνολογία στο Πεκίνο: κινεζική πρόσβαση σε βάσεις, συνεργασία σε πυραύλους, εξοπλισμός των κινεζικών Huawei και ZTE σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα (New York Times).
Η Ουάσιγκτον φέρεται να εξετάζει περιορισμούς πρόσβασης και απομάκρυνση κινεζικού εξοπλισμού, όμως καμία σαουδαραβική αποδοχή δεν έχει δημοσιοποιηθεί. Το προηγούμενο είναι νωπό: η Τουρκία εκδιώχθηκε από το πρόγραμμα F-35 επειδή αγόρασε το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, κι αυτό δείχνει πόσο σοβαρός θεωρείται ο κίνδυνος (U.S. Department of Defense).
Ο τρίτος στόχος είναι νομικός και αφορά το Ισραήλ. Νόμος του 2008 υποχρεώνει την αμερικανική κυβέρνηση να πιστοποιεί, για κάθε πώληση προηγμένων όπλων σε χώρα της Μέσης Ανατολής εκτός του Ισραήλ, ότι δεν βλάπτει το «ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα» του (congress.gov). Αυτό δεν σημαίνει απλώς περισσότερα αεροσκάφη: εννοεί την ικανότητα του Ισραήλ να νικά κάθε αξιόπιστη απειλή με ελάχιστες απώλειες, χάρη σε ανώτερα όπλα, πληροφορίες και αισθητήρες.
Αν η πώληση ολοκληρωθεί, η Σαουδική Αραβία θα γίνει ο δεύτερος χρήστης F-35 στη Μέση Ανατολή μετά το Ισραήλ και ο πρώτος αραβικός· και η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία προειδοποιεί ήδη ότι ένας δεύτερος περιφερειακός στόλος μαχητικών χαμηλής παρατηρησιμότητας ροκανίζει την αποκλειστικότητά της σε αποστολές μεγάλης ακτίνας (Jerusalem Post, Axios, JNS).
Το Κογκρέσο, πάντως, δεν αποφασίζει έγκριση. Έχει τριάντα ημέρες να αντιδράσει και, αν δεν κάνει τίποτα, η κυβέρνηση προχωρά στη δεσμευτική διακρατική σύμβαση με το Ριάντ. Για να σταματήσει την πώληση, πρέπει να περάσει κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας και στα δύο σώματα. Ο Πρόεδρος μπορεί όμως να ασκήσει βέτο, οπότε χρειάζονται δύο τρίτα σε Βουλή και Γερουσία για να ανατραπεί (22 U.S.C. §2776). Καμία πώληση όπλων δεν έχει ακυρωθεί ποτέ με αυτόν τον τρόπο (CRS), και ως τις 18 Σεπτεμβρίου δεν είχε κατατεθεί σχετικό ψήφισμα (Politico).
Ακόμη κι αν το πακέτο περάσει ανέγγιχτο, τα πρώτα σαουδαραβικά F-35 δύσκολα θα πετάξουν πριν από τις αρχές της δεκαετίας του 2030· η εκπαίδευση πληρωμάτων και η επιχειρησιακή ένταξη ενός τόσο σύνθετου αεροσκάφους απαιτούν χρόνια, όχι μήνες. Και τα 24,3 δισ. δολάρια δεν είναι η τιμή 48 αεροπλάνων: με σημερινή τιμή περίπου 92 εκατ. δολάρια το ένα, τα ίδια τα αεροσκάφη κοστίζουν γύρω στα 4,4 δισ. (Air & Space Forces). Τα υπόλοιπα, περίπου είκοσι δισ., πάνε σε κινητήρες, ασφαλείς επικοινωνίες, λογισμικό, εξομοιωτές, εκπαίδευση και δεκαετίες τεχνικής υποστήριξης.
Για την Ελλάδα, η άμεση συνέπεια είναι μικρή. Το ελληνικό πρόγραμμα, 20 F-35A με δικαίωμα για άλλα 20 και πρώτα αεροσκάφη προς εκπαίδευση από το 2028, δεν επηρεάζεται: δεν αλλάζουν τιμή, θέση στη γραμμή παραγωγής ή χρονοδιάγραμμα (CRS, To Brief). Αυτό που θα μετρούσε πραγματικά για την ισορροπία στο Αιγαίο δεν είναι το Ριάντ αλλά η Άγκυρα, της οποίας η επιστροφή στο πρόγραμμα παραμένει νομικά μπλοκαρισμένη όσο κρατά τους ρωσικούς S-400 (Euronews).
Το αν θα υπάρξουν πράγματι σαουδαραβικά F-35 δεν θα κριθεί στην ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου, αλλά στις κλειστές διαπραγματεύσεις που ακολουθούν: τι θα επιτρέπεται να κάνει το Ριάντ με τα αεροσκάφη, ποιους κινεζικούς δεσμούς θα δεχθεί να κόψει, και τι εγγυήσεις θα πάρει το Ισραήλ σε αντάλλαγμα.
Πώς σου φάνηκε το άρθρο;
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- claude-opus-4-8
- Δημιουργήθηκε:
- 9/18/2026, 8:26:30 AM
- Εκτέλεση pipeline:
- incremental_20260918_064429
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση