Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
03 / 08 · ιστορία ημέρας— λεπτά · 2.454 λέξεις · 10 πηγές

Γερμανία: Το «σήμα κινδύνου» του 5,7 και πώς φτάνει στην τσέπη μας

Γράφτηκε από AIto brief AI · 27 Δεκεμβρίου 2025, 05:00
Πώς γράφτηκε

Αστοχία στην απορρόφηση κραδασμών

Σύνθεση εικόνας · tobrief
το κείμενο · 0 λεπτά ανάγνωση

Ευκαιρίες εργασίας για ανέργους στη Γερμανία σε «ιστορικό χαμηλό», σημάδι οικονομικής στασιμότητας

Η Γερμανία έμαθε να ζει με μια αυτοεικόνα: «αντέχουμε». Η βιομηχανία κρατάει, οι εξαγωγές βρίσκουν δρόμο, η αγορά εργασίας απορροφά τους κραδασμούς. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά εργασίας, που συνήθως λειτουργεί σαν αμορτισέρ, αρχίζει να στέλνει σήματα κόπωσης που δεν καλύπτονται με ωραιοποιήσεις.

Το πιο καθαρό σήμα ήρθε από την Άντρεα Νάλες, επικεφαλής της ομοσπονδιακής υπηρεσίας απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit, ο οργανισμός που καταγράφει την εγγεγραμμένη ανεργία και τις ροές προς εργασία). Σύμφωνα με τη Νάλες, ένας δείκτης που αποτυπώνει την «πιθανότητα» ένας άνεργος να βρει δουλειά έπεσε στο 5,7, όταν «φυσιολογικά» κινείται γύρω στο 7, και μάλιστα στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί. (https://web.de/magazine/politik/inland/job-fuerchten-nahles-41708068)

Για να το κάνουμε απλό: όταν λέει «5,7», η πρακτική ανάγνωση είναι «περίπου 5,7 στους 100 εγγεγραμμένους ανέργους περνούν σε απασχόληση μέσα σε έναν μήνα» (με βάση τις ροές που καταγράφει η υπηρεσία). Όταν αυτό πέφτει, κάτι έχει σπάσει στην ταχύτητα με την οποία η ανεργία “αδειάζει”.

Και επειδή μιλάμε για τη Γερμανία, το ζήτημα δεν είναι μόνο γερμανικό. Η Γερμανία αποτελεί τον μεγαλύτερο οικονομικό κόμβο της ευρωζώνης, άρα επηρεάζει εμπορικά, χρηματοπιστωτικά και πολιτικά όλες τις υπόλοιπες χώρες, μαζί και την Ελλάδα.


Τι ακριβώς μας λέει ο «δείκτης 5,7»

Οι στατιστικές στην αγορά εργασίας χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  1. Απόθεμα (stock): πόσοι είναι άνεργοι “τώρα”.
  2. Ροές (flows): πόσοι μπαίνουν και πόσοι βγαίνουν από την ανεργία μέσα σε έναν μήνα.

Ο δείκτης που επικαλείται η Νάλες ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μετρά τη ροή “από ανεργία προς απασχόληση”. Αυτές οι ροές πέφτουν για δύο βασικούς λόγους:

  • Οι επιχειρήσεις ανοίγουν λιγότερες θέσεις (μειώνεται η ζήτηση εργασίας).
  • Οι άνεργοι μένουν περισσότερο άνεργοι (αυξάνει η διάρκεια ανεργίας, συνήθως επειδή οι διαθέσιμες θέσεις δεν «ταιριάζουν» με τα προσόντα τους ή επειδή οι μισθοί/όροι δεν είναι ελκυστικοί).

Τα δύο φαινόμενα τείνουν να ενισχύουν το ένα το άλλο. Αν μειώνονται οι θέσεις και αυξάνει η διάρκεια ανεργίας, το «5,7» γίνεται προειδοποίηση για κάτι πιο βαθύ από μια απλή, κυκλική επιβράδυνση.

Υπάρχει και μια κρίσιμη τεχνική λεπτομέρεια: η Bundesagentur für Arbeit μετρά κυρίως εγγεγραμμένη ανεργία (όσοι έχουν δηλωθεί στο σύστημα). Αυτό δεν ταυτίζεται απόλυτα με την ανεργία τύπου ILO (του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας) που χρησιμοποιούν συχνά οι διεθνείς συγκρίσεις. Άρα ο δείκτης είναι πολύ χρήσιμος για να δούμε τάσεις και «θερμοκρασία», αλλά θέλει προσοχή όταν τον συγκρίνουμε με άλλες χώρες.


Πώς φτάσαμε εδώ: από το ενεργειακό σοκ στη στασιμότητα

Η γερμανική οικονομία κουβαλάει μια σειρά από διαδοχικά σοκ που, στην πράξη, έσφιξαν τα περιθώρια κέρδους και αύξησαν την αβεβαιότητα, άρα έκοψαν την όρεξη των επιχειρήσεων για προσλήψεις και επενδύσεις.

  1. Ενεργειακό κόστος: μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ευρώπη βρέθηκε σε νέο ενεργειακό καθεστώς, με πιο ακριβή και πιο ασταθή ενέργεια. (Οι λεπτομέρειες διαφέρουν ανά χώρα, αλλά η Γερμανία είναι βαριά βιομηχανική οικονομία και νιώθει κάθε ευρώ/MWh). Η πλήρους κλίμακας εισβολή καταγράφεται ως γεωπολιτική τομή από το ΝΑΤΟ. (https://www.nato.int/cps/en/natohq/news_192406.htm)

  2. Πληθωρισμός: το 2022, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός (HICP, δηλαδή ο δείκτης τιμών καταναλωτή που συγκρίνεται εντός ΕΕ) στη Γερμανία έφτασε σε ακραία επίπεδα, με την Destatis να αναφέρει 11,6% τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς. Αυτό συμπίεσε την πραγματική αγοραστική δύναμη και άλλαξε τις αποφάσεις κατανάλωσης. (https://www.destatis.de/EN/Press/2022/11/PE22_472_611.html)

  3. Πραγματική οικονομική επίδοση: το αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων αποτυπώθηκε στην ανάπτυξη. Η Destatis επιβεβαίωσε ότι το 2024 η γερμανική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,2%, ενισχύοντας την εικόνα πολυετούς στασιμότητας. (https://www.destatis.de/EN/Press/2025/02/PE25_069_811.html) Αργότερα, για το γ’ τρίμηνο 2025, ανακοίνωσε μηδενική μεταβολή (0,0%) σε τριμηνιαία βάση, με αδύναμες εξαγωγές. (https://www.destatis.de/EN/Press/2025/10/PE25_388_811.html)

  4. Προβλήματα στην ηλεκτρική ενέργεια: ακόμα και χωρίς μόνιμη έλλειψη, οι αιχμές τιμών επηρεάζουν την ψυχολογία των επιχειρήσεων. Η Bundesnetzagentur περιέγραψε επεισόδια «Dunkelflaute» (χαμηλή παραγωγή από άνεμο και ήλιο) που συνδέθηκαν με αιχμές χονδρικών τιμών πάνω από 900 ευρώ/MWh σε συγκεκριμένες στιγμές. (https://www.bundesnetzagentur.de/SharedDocs/Pressemitteilungen/EN/2025/20251021_Preisspitzen.html)

Αυτά δεν είναι «ιστορίες για οικονομολόγους». Είναι το υπόβαθρο στο οποίο μια επιχείρηση αποφασίζει αν θα ανοίξει γραμμή παραγωγής ή αν θα “παγώσει” προσλήψεις.


Οι θέσεις πέφτουν, οι πτωχεύσεις ανεβαίνουν: γιατί η αγορά εργασίας χάνει σφρίγος

Η Bundesagentur für Arbeit καταγράφει δύο βασικά πράγματα που αξίζει να κρατήσουμε.

Πρώτον, λιγότερες δηλωμένες κενές θέσεις. Η υπηρεσία ανέφερε 624.000 δηλωμένες θέσεις εργασίας, μειωμένες κατά 44.000 σε ετήσια βάση. Την ίδια στιγμή, ο δείκτης BA-X (ένας δείκτης ζήτησης εργασίας, σαν “βαρόμετρο” των αγγελιών) διαμορφώθηκε στις 100 μονάδες. (https://www.arbeitsagentur.de/presse/2025-50-arbeitsmarkt-im-november-2025) Όταν πέφτει ο όγκος των θέσεων, πέφτει και η πιθανότητα ο άνεργος να βρει δουλειά. Ο μηχανισμός είναι ευθύς.

Δεύτερον, σήμα κινδύνου στην κατάρτιση. Η Νάλες προειδοποίησε ότι οι νέοι σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών. (https://www.arbeitsagentur.de/en/press/2025-44-vocational-training-market-balance-sheet-2024-25) Αυτό είναι η «υποδομή» της μελλοντικής αγοράς εργασίας. Όταν αδειάζει ο σωλήνας κατάρτισης, σε δύο-τρία χρόνια η οικονομία θα έχει ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα αντιστοίχισης δεξιοτήτων (το λεγόμενο mismatch, δηλαδή άλλες δεξιότητες ζητάει η αγορά και άλλες διαθέτει ο εργαζόμενος).

Παράλληλα, υπάρχει ένας δείκτης που λειτουργεί συχνά ως προπομπός επιδείνωσης: οι εταιρικές αφερεγγυότητες. Η Creditreform εκτίμησε ότι οι εταιρικές πτωχεύσεις στη Γερμανία φτάνουν τις 23.900 το 2025, υψηλό δεκαετίας. (https://www.reuters.com/business/german-corporate-bankruptcies-surge-decade-high-2025-2025-12-08/) Όταν αυξάνονται οι πτωχεύσεις, η αγορά εργασίας δεν «καταρρέει» αυτομάτως, αλλά η διάθεση για προσλήψεις γίνεται πιο αμυντική.

Σημαντικό

Το βασικό συμπέρασμα από το 5,7 δεν είναι ότι «αύριο» θα εκτοξευθεί η ανεργία. Είναι ότι η ικανότητα της αγοράς να απορροφά τους ανέργους έχει ήδη επιδεινωθεί και αυτό συνήθως προηγείται της αύξησης της ανεργίας.


Η ΕΚΤ στο κάδρο: επιτόκια, πληθωρισμός και ένα δύσκολο ζύγισμα

Στην ευρωζώνη, η νομισματική πολιτική την αποφασίζει η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία καθορίζει τα βασικά επιτόκια για όλες τις χώρες που έχουν ευρώ). Όταν η μεγαλύτερη οικονομία (η Γερμανία) “πατάει νερό”, η ΕΚΤ πιέζεται από δύο πλευρές:

  • Από τη μία, θέλει να αποφύγει υπερβολικά υψηλά επιτόκια που στραγγαλίζουν την ανάπτυξη.
  • Από την άλλη, δεν θέλει να αφήσει τον πληθωρισμό να ξαναζωντανέψει, ειδικά στον πυρήνα (core inflation, δηλαδή πληθωρισμός χωρίς ενέργεια και τρόφιμα, που θεωρείται πιο επίμονος).

Η ΕΚΤ στη συνεδρίαση της 18/12/2025 κράτησε τα επιτόκια αμετάβλητα, με το επιτόκιο καταθέσεων (deposit facility, αυτό που επηρεάζει άμεσα το κόστος χρήματος στις τράπεζες) στο 2,00%. (https://www.ecb.europa.eu/press/pr/date/2025/html/ecb.mp251218~58b0e415a6.en.html?utm_source=openai) Η στάση της παραμένει “meeting-by-meeting”, δηλαδή αποφασίζει κάθε φορά με βάση τα δεδομένα.

Και τα δεδομένα δείχνουν ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έχει πλησιάσει τον στόχο. Τα στοιχεία HICP κινούνται γύρω από το 2% (με μικρές διακυμάνσεις) και αυτό αλλάζει το πολιτικό και οικονομικό περιθώριο για τις επόμενες κινήσεις. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-euro-indicators/w/2-17122025-ap?utm_source=openai)

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι αν η ΕΚΤ αρχίσει να «χαλαρώνει», η μετάδοση στην πραγματική οικονομία δεν είναι αυτόματη. Η Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων (Bank Lending Survey, έρευνα της ΕΚΤ που δείχνει αν οι τράπεζες σφίγγουν ή χαλαρώνουν τους όρους δανεισμού) έδειξε ότι οι όροι δανεισμού παραμένουν σχετικά σφιχτοί και η ζήτηση για δάνεια αδύναμη. (https://www.ecb.europa.eu/stats/ecb_surveys/bank_lending_survey/html/ecb.blssurvey2025q3~d3e99917cc.pt.html?utm_source=openai) Με απλά λόγια: τα επιτόκια μπορεί να σταθεροποιούνται, αλλά οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δεν τρέχουν να δανειστούν όταν δεν βλέπουν καθαρό μέλλον.


Αγορές και πραγματική οικονομία: το παράδοξο της «ηρεμίας» στα spreads

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν τη δική τους γλώσσα: τιμολογούν ρίσκο. Στην ευρωζώνη, ένα από τα πιο καθαρά «θερμόμετρα» είναι το spread, δηλαδή η διαφορά απόδοσης ομολόγων ανάμεσα σε μια χώρα και το γερμανικό δεκαετές (Bund). Όσο μεγαλύτερο το spread, τόσο μεγαλύτερος ο φόβος της αγοράς για τη συγκεκριμένη χώρα.

Στις 23/12/2025, ενδεικτικά, οι αποδόσεις δείχνουν ελληνικό δεκαετές γύρω στο 3,49% και γερμανικό Bund γύρω στο 2,90%, άρα spread περίπου 59 μονάδες βάσης (0,59%). (https://tradingeconomics.com/greece/government-bond-yield?utm_source=openai)

Αυτό μοιάζει “ήρεμο” για την Ελλάδα, ειδικά αν θυμηθούμε άλλες εποχές. Η ηρεμία όμως δεν σημαίνει ασφάλεια. Σημαίνει ότι οι αγορές, σε αυτή τη φάση, θεωρούν ότι ο κίνδυνος είναι ελεγχόμενος. Μια βαθύτερη γερμανική επιβράδυνση μπορεί να τραβήξει την ευρωζώνη προς χαμηλότερη ανάπτυξη, άρα να επηρεάσει τα έσοδα, τις επιχειρήσεις, τα δημοσιονομικά. Εκεί τα spreads μπορούν να αντιδράσουν γρήγορα, ειδικά αν συνδυαστεί με πολιτική αβεβαιότητα.


Το ελληνικό «κανάλι μετάδοσης»: εμπόριο, τουρισμός, εμπιστοσύνη

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τη γερμανική στασιμότητα ως “ξένη είδηση”. Υπάρχουν τρεις καθαροί δρόμοι μετάδοσης.

1) Εξαγωγές αγαθών προς Γερμανία

Η Γερμανία είναι κορυφαίος εμπορικός εταίρος της Ελλάδας. Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών προς Γερμανία κινούνται σε επίπεδα περίπου 3,4 δισ. ευρώ (ονομαστικά, δηλαδή σε τρέχουσες τιμές), με βασικές κατηγορίες όπως τρόφιμα, φαρμακευτικά, βιομηχανικά προϊόντα. (https://www.enterprisegreece.gov.gr/en/greece-today/trade?utm_source=openai)

Εδώ χρειάζεται ο ποιοτικός έλεγχος: όταν λέμε «3,4 δισ. ευρώ», μιλάμε για αξία. Αν οι τιμές ανεβαίνουν, η αξία μπορεί να ανεβαίνει χωρίς να ανεβαίνουν οι ποσότητες. Άρα για να δούμε την πραγματική έκθεση της Ελλάδας στη γερμανική ζήτηση, θέλουμε είτε στοιχεία όγκου είτε αποπληθωρισμό (δηλαδή να αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό με κατάλληλο δείκτη τιμών εξαγωγών). Αυτό είναι το σημείο όπου πολλές δημόσιες συζητήσεις μπερδεύονται: παρουσιάζουν ονομαστική άνοδο ως «επιτυχία», ενώ μπορεί να είναι απλώς τιμές.

2) Τουρισμός από Γερμανία (το μεγάλο στοίχημα)

Η Γερμανία είναι από τις πρώτες αγορές για τον ελληνικό τουρισμό. Τα ταξιδιωτικά έσοδα από Γερμανία βρίσκονται σε επίπεδα πολλών δισ. ευρώ ετησίως. Ενδεικτικά, στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν για το 2024 συνολικά ταξιδιωτικά έσοδα 21,59 δισ. ευρώ, ενώ για το 2025 (μέχρι ένα μεγάλο μέρος του έτους) τα έσοδα από Γερμανία κινούνται γύρω στα 3,61 δισ. ευρώ. (https://www.reuters.com/markets/europe/greeces-travel-sector-surpasses-18-billion-euros-surplus-2024-inbound-travellers-2025-05-08/?utm_source=openai)

Αν η γερμανική αγορά εργασίας «κολλήσει», η πρώτη επίπτωση που περιμένεις είναι πιο προσεκτικός καταναλωτής. Αυτό μεταφράζεται σε:

  • λιγότερα ταξίδια ή μικρότερη διάρκεια,
  • επιλογή φθηνότερου πακέτου,
  • χαμηλότερη δαπάνη ανά άτομο.

Στον τουρισμό η λεπτομέρεια μετράει: ένα καλοκαίρι μπορεί να φαίνεται «γεμάτο» σε αφίξεις, αλλά να χάνει σε καθαρά έσοδα, ειδικά αν πιέζονται οι τιμές ή αν αλλάζει το μείγμα των ταξιδιωτών.

Και εδώ η κατανομή είναι άνιση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει (σε συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία) πόσο μεγάλη είναι η βαρύτητα του κλάδου καταλυμάτων και εστίασης στην απασχόληση σε χώρες όπως η Ελλάδα. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20240402-1?utm_source=openai) Άρα μια σχετικά μικρή μεταβολή στη γερμανική ζήτηση μπορεί να χτυπήσει δυσανάλογα εποχικούς εργαζόμενους και μικρές επιχειρήσεις σε νησιά και τουριστικές περιοχές.

3) Εμπιστοσύνη και επενδύσεις (ο αόρατος αλλά κρίσιμος δρόμος)

Όταν η Γερμανία επιβραδύνει, επιβραδύνει και το κλίμα στην ευρωζώνη. Οι επιχειρήσεις καθυστερούν επενδύσεις, οι τράπεζες γίνονται πιο επιλεκτικές, οι κυβερνήσεις πιέζονται πολιτικά. Αυτό δεν φαίνεται άμεσα σε μια “τιμή” στο ράφι. Φαίνεται στο πόσο εύκολα βρίσκει χρηματοδότηση μια επιχείρηση, στο πόσο τολμά μια οικογένεια να πάρει στεγαστικό, στο πόσο γρήγορα ξεκινά ένα νέο project.


Πού πάνε τα λεφτά: ποιος κερδίζει και ποιος χάνει

Η οικονομική στασιμότητα πάντα αναδιανέμει ισχύ. Το ερώτημα «ποιος πληρώνει, ποιος κερδίζει» έχει συγκεκριμένες απαντήσεις.

Στη Γερμανία

Χάνουν περισσότερο:

  • Οι χαμηλότερα ειδικευμένοι, γιατί όταν οι θέσεις μειώνονται οι εργοδότες γίνονται πιο απαιτητικοί.
  • Οι νέοι που προσπαθούν να μπουν σε κατάρτιση ή μαθητεία, επειδή όταν στερεύουν οι ροές εκπαίδευσης, αυξάνεται ο κίνδυνος να μείνουν εκτός αγοράς. (https://www.arbeitsagentur.de/en/press/2025-44-vocational-training-market-balance-sheet-2024-25)
  • Οι εργαζόμενοι σε κλάδους που ήδη πιέζονται (βιομηχανικές αλυσίδες, εμπόριο, κατασκευές), γιατί εκεί οι απολύσεις και οι πτωχεύσεις μεταφράζονται σε λιγότερες προσλήψεις. (https://www.reuters.com/business/german-corporate-bankruptcies-surge-decade-high-2025-2025-12-08/)

Κερδίζουν ή ενισχύονται διαπραγματευτικά:

  • Οι εργοδότες σε κλάδους όπου η προσφορά εργαζομένων αυξάνει. Όταν η πιθανότητα εύρεσης εργασίας πέφτει, αυξάνει η διαπραγματευτική ισχύς εκείνου που προσφέρει τη θέση.
  • Οι υψηλά καταρτισμένοι (τυπικά και πρακτικά). Η Νάλες το είπε καθαρά: οι καλύτερα εκπαιδευμένοι κρατούν καλύτερες προοπτικές. (https://web.de/magazine/politik/inland/job-fuerchten-nahles-41708068)

Στην Ελλάδα

Χάνουν περισσότερο:

  • Οι μικρές εξαγωγικές επιχειρήσεις που έχουν συγκέντρωση πωλήσεων στη Γερμανία. Αν χαθεί ένα συμβόλαιο, δεν αντικαθίσταται εύκολα.
  • Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό με εποχική εργασία και χαμηλότερες αποδοχές, γιατί είναι η “πρώτη γραμμή” όταν η μέση δαπάνη ανά ταξίδι πέφτει. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20240402-1?utm_source=openai)

Ποιοι μπορούν να ωφεληθούν έμμεσα:

Σημαντικό

Η ελληνική ευαλωτότητα δεν βρίσκεται μόνο στο «πόσα δισ.» χάνουμε θεωρητικά. Βρίσκεται στη συγκέντρωση του ρίσκου: συγκεκριμένες περιοχές, συγκεκριμένοι κλάδοι και συγκεκριμένοι εργαζόμενοι δέχονται το χτύπημα πρώτοι.


Το δύσκολο κομμάτι για τα δημόσια ταμεία: περιθώρια και περιορισμοί

Η Γερμανία, ακόμη και όταν πιέζεται, έχει μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο (δηλαδή δυνατότητα να στηρίξει οικονομία με δαπάνες ή φοροελαφρύνσεις) σε σχέση με χώρες με υψηλότερο χρέος και πιο ευαίσθητες αγορές ομολόγων.

Η Ελλάδα κινείται σε διαφορετικό πλαίσιο: η αξιοπιστία απέναντι στις αγορές είναι κεφάλαιο που χτίστηκε δύσκολα. Άρα, ακόμη κι αν η γερμανική στασιμότητα «εξάγεται» στην Ελλάδα μέσω τουρισμού και εμπορίου, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα ανεξέλεγκτο πακέτο παροχών. Θέλει στόχευση, γιατί το κόστος δανεισμού (και το πολιτικό κεφάλαιο) δεν είναι απεριόριστα.


Τι να παρακολουθούμε τους επόμενους μήνες (τα έγκαιρα σήματα)

Αν προσπαθήσουμε να βρούμε τρία «κόκκινα λαμπάκια» που δείχνουν γρήγορα αν η γερμανική στασιμότητα γίνεται ευρωπαϊκό πρόβλημα, αυτά είναι:

  1. Γερμανική ζήτηση εργασίας: οι δηλωμένες κενές θέσεις και ο δείκτης BA-X. Αν συνεχίσουν να πέφτουν, το 5,7 μπορεί να μείνει χαμηλά για καιρό. (https://www.arbeitsagentur.de/presse/2025-50-arbeitsmarkt-im-november-2025)

  2. Γερμανική πραγματική οικονομία: οι τριμηνιαίες μετρήσεις ΑΕΠ και η σύνθεση (εξαγωγές, επενδύσεις). Η μηδενική μεταβολή στο γ’ τρίμηνο 2025 δείχνει την κατεύθυνση. (https://www.destatis.de/EN/Press/2025/10/PE25_388_811.html)

  3. Για την Ελλάδα, δύο πρακτικά dashboards:

Στο χρηματοπιστωτικό σκέλος, προστίθεται ένα ακόμη: το spread Ελλάδας έναντι Bund, γιατί λειτουργεί ως δείκτης εμπιστοσύνης σε πραγματικό χρόνο. (https://tradingeconomics.com/greece/government-bond-yield?utm_source=openai)


Συμπέρασμα: γιατί το 5,7 αφορά και τον Έλληνα εργαζόμενο

Η γερμανική αγορά εργασίας δεν μας ενδιαφέρει επειδή “θέλουμε να πάει καλά η Γερμανία”. Μας ενδιαφέρει γιατί η γερμανική στασιμότητα έχει τρεις πρακτικές συνέπειες:

  • Πιέζει τη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες.
  • Αυξάνει την αβεβαιότητα στην ευρωζώνη και αλλάζει τις ισορροπίες στην ΕΚΤ, σε μια περίοδο που όλοι κοιτούν τα επιτόκια σαν να είναι ο διακόπτης του φωτός. Η ΕΚΤ κρατά το deposit rate στο 2,00% και κινείται με βάση τα δεδομένα, σε ένα περιβάλλον όπου ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί κοντά στον στόχο. (https://www.ecb.europa.eu/press/pr/date/2025/html/ecb.mp251218~58b0e415a6.en.html?utm_source=openai), (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-euro-indicators/w/2-17122025-ap?utm_source=openai)
  • Αναδιανέμει ισχύ μέσα στις κοινωνίες: εργοδότες έναντι εργαζομένων, υψηλά προσόντα έναντι χαμηλών, μεγάλοι “παίκτες” έναντι μικρών.

Το «ιστορικό χαμηλό» στις πιθανότητες επανένταξης ενός ανέργου στη Γερμανία είναι ένα σήμα για το πού πάει η ευρωπαϊκή οικονομία: χαμηλότερη ορμή, πιο δύσκολες μεταβάσεις, μεγαλύτερη αξία στις δεξιότητες και πιο σκληρή διαπραγμάτευση γύρω από μισθούς και θέσεις. (https://web.de/magazine/politik/inland/job-fuerchten-nahles-41708068)

Και αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, ταξιδεύει πολύ γρήγορα από το Βερολίνο στην Αθήνα.

Πώς σου φάνηκε το άρθρο;

Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι

Πώς γράφτηκε
Μοντέλο:
μη διαθέσιμο
Δημιουργήθηκε:
μη διαθέσιμο
Εκτέλεση pipeline:
μη διαθέσιμο
Υδατόσημο:
SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
Ανθρώπινη επιμέλεια:
Καμία πριν τη δημοσίευση
Μάθετε περισσότερα για τη μεθοδολογία μας