Επιτροπή Ανταγωνισμού: Το «καπέλο» του ολιγοπωλίου και τα χαμένα λεφτά των καταθετών

Οι τέσσερις πυλώνες της σταθερότητας
Σύνθεση εικόνας · tobriefΕπιτροπή Ανταγωνισμού: Ολιγοπώλιο οι ελληνικές τράπεζες, περιορισμένη η απόδοση στις καταθέσεις
Η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις τραπεζικές καταθέσεις λέει, με απλά λόγια, κάτι που οι περισσότεροι καταθέτες νιώθουν στο πορτοφόλι τους: στην Ελλάδα τα επιτόκια καταθέσεων ανέβηκαν λίγο, αργά και άνισα, παρότι η ΕΚΤ (η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που καθορίζει τα επιτόκια στην ευρωζώνη) ανέβασε το κόστος χρήματος πολύ γρήγορα. Κι όταν αυτό συμβαίνει σε μια αγορά όπου τέσσερις τράπεζες κρατούν σχεδόν όλη την πίτα, ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί όπως θα περίμενες. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Το επίδικο δεν είναι θεωρητικό. Είναι χρήμα που “λείπει” από τους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων, σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός ροκάνιζε την αγοραστική δύναμη. Είναι επίσης μια πολιτική ιστορία: πού τελειώνει η “αγορά” και πού αρχίζει η ευθύνη του κράτους και των θεσμών να εξασφαλίζουν στοιχειώδη ανταγωνισμό.
Παρακάτω θα το πιάσουμε από το μηδέν, με τους βασικούς μηχανισμούς και με το ερώτημα που δεν πρέπει να χάνεται: ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει.
Τι βρήκε η Επιτροπή Ανταγωνισμού και γιατί έχει σημασία
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού περιγράφει τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο ως αγορά με χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου (δηλαδή λίγοι “παίκτες” που κυριαρχούν), όπου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες συγκεντρώνουν περίπου 94%–95% των καταθέσεων. Με τέτοια συγκέντρωση, ο καταθέτης έχει περιορισμένες εναλλακτικές στο “μαζικό” κομμάτι της λιανικής τραπεζικής. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Στο ίδιο πακέτο ευρημάτων, η έκθεση τονίζει ότι η μετακύλιση των αυξήσεων επιτοκίων της ΕΚΤ στα επιτόκια καταθέσεων ήταν περιορισμένη. “Μετακύλιση” (pass-through) σημαίνει το εξής απλό: αν η ΕΚΤ ανεβάζει τα επιτόκια κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, πόσο από αυτό περνάει στην απόδοση που βλέπει ο καταθέτης. Η έκθεση παραπέμπει σε εκτιμήσεις που δείχνουν ότι στην Ελλάδα μετακυλίστηκε περίπου 10% της κίνησης, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη ήταν περίπου 20%. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Παράλληλα, η Επιτροπή καταγράφει μια μεγάλη διεύρυνση του επιτοκιακού περιθωρίου (interest margin), δηλαδή της διαφοράς ανάμεσα στο μέσο επιτόκιο δανείων και στο μέσο επιτόκιο καταθέσεων. Στα στοιχεία που χρησιμοποιεί, το περιθώριο (σε νέα προϊόντα) ανεβαίνει από 3,72 μονάδες τον Ιανουάριο του 2021 σε 5,89 μονάδες τον Αύγουστο του 2023, αύξηση περίπου 58%. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Πώς φτάσαμε εδώ: το timeline των επιτοκίων και η “μετάδοση” του χρήματος
Για να καταλάβουμε την ιστορία, πρέπει να θυμηθούμε δύο φάσεις:
-
Περίοδος αρνητικών επιτοκίων: από το 2014, η ΕΚΤ είχε περάσει σε αρνητικό επιτόκιο στη διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων (deposit facility rate, το επιτόκιο που παίρνει μια τράπεζα όταν “παρκάρει” ρευστότητα στην ΕΚΤ). Αυτό διαμόρφωσε μια δεκαετία σχεδόν μηδενικών αποδόσεων για τους καταθέτες στην ευρωζώνη. (https://www.ecb.europa.eu/stats/policy_and_exchange_rates/key_ecb_interest_rates/html/index.en.html)
-
Απότομη σύσφιγξη: τον Ιούλιο του 2022 η ΕΚΤ τερμάτισε την αρνητική περίοδο και ξεκίνησε έναν ταχύ κύκλο αυξήσεων. (https://www.ecb.europa.eu/stats/policy_and_exchange_rates/key_ecb_interest_rates/html/index.en.html)
Αυτό έχει κρίσιμη σημασία διότι η νομισματική πολιτική υποτίθεται ότι λειτουργεί σαν “μετάδοση”: ανεβαίνει το βασικό κόστος χρήματος, ανεβαίνουν τα επιτόκια στην οικονομία, άρα περιορίζεται η ζήτηση και πέφτει ο πληθωρισμός. Όταν όμως η μετάδοση είναι ασύμμετρη (γρήγορα στα δάνεια, αργά στις καταθέσεις), τότε το βάρος δεν μοιράζεται ισότιμα.
Και εδώ μπαίνει ο μηχανισμός που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση: η ΕΚΤ πληρώνει επιτόκιο στις τράπεζες για τα διαθέσιμά τους (deposit facility). Άρα, μια τράπεζα με υπερβάλλουσα ρευστότητα μπορεί να βγάζει απόδοση “χωρίς να τρέχει”, απλώς τοποθετώντας χρήμα στην κεντρική τράπεζα, αντί να πληρώσει υψηλότερους τόκους στους καταθέτες για να προσελκύσει νέα χρήματα. (https://www.ecb.europa.eu/ecb-and-you/explainers/tell-me/html/what-is-the-deposit-facility-rate.en.html?utm_source=openai)
Αν μια τράπεζα δεν χρειάζεται τις καταθέσεις σου για να χρηματοδοτήσει δάνεια, έχει μικρό κίνητρο να σου δώσει καλύτερο επιτόκιο. Αυτό είναι κεντρικό για να καταλάβουμε γιατί “δεν ανέβηκαν” οι καταθέσεις όσο θα περίμενες.
Πλαίσιο 1: Νομισματική πολιτική (το χρήμα) και γιατί η Ελλάδα “παίρνει πακέτο” τις αποφάσεις
Η Ελλάδα δεν έχει δικό της νόμισμα. Άρα, οι αποφάσεις της ΕΚΤ ισχύουν το ίδιο για τη Γερμανία και για εμάς, ανεξάρτητα από το αν η ελληνική οικονομία έχει άλλες ανάγκες.
Η ΕΚΤ ανέβασε επιτόκια για να τιθασεύσει τον πληθωρισμό, και μετά ξεκίνησε μειώσεις (πρώτη μείωση κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο του 2024). Αυτό είναι το “μακρο” περιβάλλον: το κόστος χρήματος ανέβηκε απότομα και μετά άρχισε να αποκλιμακώνεται. (https://www.ecb.europa.eu/press/pr/date/2024/html/ecb.mp240606)
Το πρόβλημα που φωτίζει η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν είναι ότι οι τράπεζες “παρανόμησαν” επειδή δεν πλήρωσαν αρκετά. Είναι ότι, σε μια ολιγοπωλιακή αγορά, η νομισματική πολιτική δεν περνάει με τον ίδιο τρόπο προς όλους. Και αυτό αλλοιώνει την ίδια τη λειτουργία της πολιτικής της ΕΚΤ: η ΕΚΤ “σφίγγει” για να φρενάρει τη ζήτηση, αλλά το ποιος σηκώνει το βάρος δεν είναι ουδέτερο.
Πλαίσιο 4: Τράπεζες (το αίμα της οικονομίας) και ο ρόλος της υπερβάλλουσας ρευστότητας
Η έκθεση εντοπίζει ένα στοιχείο που εξηγεί πολλά: οι ελληνικές τράπεζες είχαν υπερβάλλουσα ρευστότητα και ισχυρούς δείκτες κάλυψης ρευστότητας. Σε απλά ελληνικά, “δεν διψούσαν” για καταθέσεις. Ένας δείκτης όπως ο LCR (Liquidity Coverage Ratio, δείχνει αν η τράπεζα μπορεί να αντέξει εκροές ρευστότητας σε στρες) εμφανίζεται πολύ πάνω από το ελάχιστο. (https://www.mononews.gr/trapezes/epitropi-antagonismou-to-oligopolio-stis-trapezes-krataei-chamila-ta-epitokia-katatheseon?utm_source=openai)
Τώρα δες πώς κουμπώνει αυτό με την καθημερινότητα:
-
Αν το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων είναι πρώτης ζήτησης (λογαριασμοί όψεως/ταμιευτηρίου που τα χρήματα είναι διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή), οι τράπεζες συνήθως πληρώνουν χαμηλότερα επιτόκια γιατί προσφέρουν ευελιξία. Στα στοιχεία που παραθέτει η έκθεση, τον Δεκέμβριο του 2024 περίπου 74,2% των καταθέσεων ιδιωτών ήταν πρώτης ζήτησης. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
-
Σε τέτοιους λογαριασμούς, οι καταθέτες συχνά μένουν από αδράνεια (δεν αλλάζουν τράπεζα, δεν συγκρίνουν προϊόντα), άρα ο ανταγωνισμός “δεν ανάβει”.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τράπεζες μπορούν να κρατούν χαμηλά τις αποδόσεις χωρίς να φοβούνται μαζικές εκροές, ειδικά όταν η αγορά είναι συγκεντρωμένη.
Πλαίσιο 5: Ανισότητα (ποιος κερδίζει) και το “κρυφό” χαράτσι του αρνητικού πραγματικού επιτοκίου
Εδώ πρέπει να βάλουμε έναν όρο-κλειδί: ονομαστικό και πραγματικό επιτόκιο.
- Ονομαστικό είναι αυτό που βλέπεις στο βιβλιάριο (π.χ. 0,3%).
- Πραγματικό είναι το ονομαστικό μείον τον πληθωρισμό (για να δεις αν πραγματικά αυξάνεται η αγοραστική δύναμη).
Η έκθεση παραθέτει πολύ χαμηλά ονομαστικά επιτόκια καταθέσεων (σε πολλές περιπτώσεις κλάσματα της μονάδας για μεγάλο διάστημα). (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf) Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν υψηλός, ιδιαίτερα το 2022. (https://www.ypaithros.gr/elstat-96-ekleise-2022/?utm_source=openai)
Άρα, για μεγάλο κομμάτι των νοικοκυριών, η κατάθεση λειτουργούσε σαν “ασφαλές” μέρος, αλλά με βέβαιη φθορά αγοραστικής δύναμης. Αυτό είναι άνισο, διότι:
- Όποιος έχει πρόσβαση σε εναλλακτικές (έντοκα γραμμάτια, αμοιβαία χρηματαγοράς, καλύτερες προθεσμιακές, επενδυτικά προϊόντα) μπορεί να προστατεύσει ένα μέρος της αποταμίευσης.
- Όποιος μένει σε λογαριασμό όψεως (συχνά μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρές επιχειρήσεις για λειτουργικά διαθέσιμα) “πληρώνει” τον πληθωρισμό χωρίς αντιστάθμισμα.
Με άλλα λόγια, το χαμηλό pass-through δεν είναι απλώς τραπεζικό θέμα. Είναι μηχανισμός αναδιανομής.
Πλαίσιο 6: Αγορές vs πραγματική οικονομία (κέρδη τραπεζών, πίεση νοικοκυριών)
Σε έναν κύκλο αυξήσεων επιτοκίων, οι τράπεζες συχνά βελτιώνουν τα καθαρά έσοδα από τόκους (net interest income), ακριβώς επειδή τα δάνεια ανατιμολογούνται ταχύτερα από τις καταθέσεις. Αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι ευρωπαϊκό μοτίβο, που φαίνεται και σε συγκεντρωτικά στοιχεία για την κερδοφορία/περιθώρια. (https://www.eba.europa.eu/publications-and-media/press-releases/eueea-banking-sector-remains-stable-amidst-evolving-geopolitical-challenges-0?utm_source=openai)
Η ελληνική ιδιαιτερότητα, σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, είναι ότι το μοτίβο αυτό φαίνεται εντονότερο, επειδή η αγορά είναι πιο συγκεντρωμένη και η μετακύλιση στα επιτόκια καταθέσεων πιο περιορισμένη. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Το κοινωνικό αποτέλεσμα είναι διπλό:
- Ο καταθέτης δεν αμείβεται επαρκώς για τη ρευστότητα που αφήνει στο σύστημα.
- Ο δανειολήπτης (νοικοκυριό ή ΜμΕ) αντιμετωπίζει υψηλότερο κόστος χρήματος, ειδικά στα κυμαινόμενα επιτόκια.
Και κάπου εδώ φαίνεται καθαρά γιατί “το χρηματιστήριο” ή “η κερδοφορία των τραπεζών” δεν ταυτίζεται με την οικονομική ευημερία των πολλών.
Πλαίσιο 9: Εγγραμματοσύνη δεδομένων (μην μπερδεύουμε τους μέσους όρους)
Σε τέτοιες ιστορίες, υπάρχουν τρεις παγίδες:
-
Μέσος όρος vs πραγματικότητα του κάθε καταθέτη: ο μέσος όρος επιτοκίων μπορεί να ανεβαίνει λίγο επειδή κάποια προθεσμιακά προϊόντα βελτιώνονται, αλλά η πλειονότητα που κρατά χρήμα σε όψεως δεν βλέπει ουσιαστική αλλαγή. Η σύνθεση των καταθέσεων (74,2% πρώτης ζήτησης) είναι καθοριστική. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
-
Ονομαστικό vs πραγματικό: ένα επιτόκιο 0,4% σε πληθωρισμό 3% δεν είναι “κάτι”. Είναι απώλεια αγοραστικής δύναμης.
-
Σύγκριση χωρών: όταν λέμε “η Ελλάδα έχει pass-through 10% και η Ευρώπη 20%”, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι αγορές έχουν διαφορετική δομή, διαφορετική κουλτούρα αποταμίευσης, διαφορετικά κανάλια ανταγωνισμού. Η σύγκριση είναι χρήσιμη, αλλά θέλει πάντα εξήγηση μηχανισμών. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Πλαίσιο 2: Δημοσιονομικά (το πορτοφόλι του κράτους) και γιατί οι λύσεις δεν είναι “δωρεάν”
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ανοίγει τη συζήτηση για μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό, ακόμη και για λύσεις τύπου “κρατικού αποταμιευτικού προϊόντος”, στα πρότυπα άλλων χωρών. (https://www.epant.gr/en/information/press-releases/item/3339-press-release-sector-inquiry-into-bank-deposits-publication-of-interim-report.html)
Εδώ όμως μπαίνει ο δημοσιονομικός ρεαλισμός:
- Η Ελλάδα έχει υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμούς αξιοπιστίας στις αγορές.
- Αν το κράτος στήσει ένα προϊόν με εγγυημένη απόδοση, πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα “ποιος πληρώνει τον τόκο;” και “ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο;”.
Κι αν το κράτος δεν πληρώνει άμεσα, αλλά δημιουργεί ένα καθεστώς που πιέζει τις τράπεζες να αυξήσουν το κόστος χρηματοδότησής τους, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε ακριβότερα δάνεια ή πιο περιορισμένη πίστωση. Άρα, η λύση έχει trade-offs και θέλει σχεδιασμό, όχι μόνο καταγγελία.
Πλαίσιο 8: Μοντέλο ανάπτυξης (από τι ζει η χώρα) και το κόστος χρήματος για τις ΜμΕ
Η Ελλάδα θέλει να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο, να αυξήσει επενδύσεις, να μεγαλώσει εξαγωγικούς κλάδους πέρα από τον τουρισμό και να στηρίξει μεταποίηση, τεχνολογία, αγροδιατροφικό τομέα. Αυτό όμως απαιτεί πίστωση.
Όταν το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί με μεγάλα spreads, η πίστωση γίνεται ακριβή. Οι μεγάλες εταιρείες ίσως βρουν εναλλακτικά κανάλια (ομολογιακά, διεθνείς αγορές). Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις συχνά δεν έχουν τέτοια επιλογή. Κατά συνέπεια, το κόστος αυτής της “ατελούς μετάδοσης” δεν μένει μόνο στους καταθέτες. Μπορεί να χτυπήσει την ανάπτυξη εκεί που πονάμε περισσότερο: στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.
Πλαίσιο 3: Εμπόριο και εφοδιαστικές αλυσίδες (η ροή των πραγμάτων) και γιατί τα επιτόκια συνδέονται με τις τιμές
Μπορεί να φαίνεται άσχετο, αλλά δεν είναι. Η Ελλάδα εισάγει μεγάλο μέρος της ενέργειας και αρκετά αγαθά. Όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια, πέφτει η ζήτηση, άρα σε βάθος χρόνου μειώνεται ο πληθωρισμός. Όμως βραχυπρόθεσμα, αν το κόστος χρήματος ανεβαίνει και οι επιχειρήσεις δανείζονται ακριβότερα για κεφάλαιο κίνησης, μέρος του κόστους μπορεί να περάσει στις τιμές.
Άρα, η τραπεζική τιμολόγηση (επιτόκια, προμήθειες, spreads) επηρεάζει το πώς “κυκλοφορεί” το χρήμα στην αλυσίδα παραγωγής-εισαγωγών-λιανικής. Σε οικονομίες με μικρές επιχειρήσεις και περιορισμένα περιθώρια, το κόστος χρηματοδότησης είναι πραγματικός παράγοντας τιμών.
Πλαίσιο 7: Νόμισμα και ισοτιμίες (ευρώ-δολάριο) και η έμμεση επίπτωση
Η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου επηρεάζει:
- τις τιμές εισαγωγών (π.χ. ενέργεια που τιμολογείται σε δολάρια),
- τον τουρισμό (για τους εκτός ευρωζώνης επισκέπτες),
- και την πορεία του πληθωρισμού.
Η ΕΚΤ, όταν ρυθμίζει επιτόκια, λαμβάνει υπόψη της και τη σταθερότητα τιμών. Ένα ισχυρότερο ευρώ τείνει να μειώνει εισαγόμενο πληθωρισμό, ένα ασθενέστερο τον αυξάνει. Αυτό έχει σημασία διότι, όταν ο πληθωρισμός ανεβαίνει, το “κρυφό κόστος” των χαμηλών καταθετικών επιτοκίων μεγαλώνει. Και στην Ελλάδα, όπου η αποταμίευση κρατιέται σε μεγάλο βαθμό σε καταθέσεις, η επίπτωση περνάει ευθέως στα νοικοκυριά.
Δεν χρειάζεται να κάνουμε προβλέψεις ισοτιμιών για να δούμε τον μηχανισμό: όταν ο πληθωρισμός τρέχει, το πραγματικό επιτόκιο κατάθεσης γίνεται πιο αρνητικό. Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό (Eurostat/εθνικά στατιστικά) δείχνουν πόσο έντονο ήταν αυτό το σοκ στην πρόσφατη περίοδο. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-euro-indicators/w/2-07012025-ap?utm_source=openai)
“Follow the money”: ποιοι κερδίζουν, ποιοι χάνουν
Κερδίζουν
1) Οι τράπεζες (και οι μέτοχοί τους)
Με μεγάλο spread δανείων-καταθέσεων, αυξάνονται τα έσοδα από τόκους. Αυτό αποτυπώνεται και στην ευρωπαϊκή εικόνα κερδοφορίας, ιδίως στη φάση αυξήσεων επιτοκίων. (https://www.eba.europa.eu/publications-and-media/press-releases/eueea-banking-sector-remains-stable-amidst-evolving-geopolitical-challenges-0?utm_source=openai)
2) Όσοι έχουν εναλλακτικές επενδυτικές διεξόδους
Καταθέτες με γνώση, χρόνο και επαρκή ποσά μπορούν να μετακινηθούν σε έντοκα, αμοιβαία χρηματαγοράς ή καλύτερα προϊόντα. Δεν είναι “απαραίτητα πλούσιοι”, αλλά συνήθως είναι πιο χρηματοοικονομικά εγγράμματοι ή έχουν πρόσβαση σε συμβουλή.
3) Το Δημόσιο έμμεσα
Όταν αυξάνονται τα κέρδη, αυξάνονται δυνητικά και φορολογικά έσοδα. Αυτό όμως είναι έμμεσο και δεν αναιρεί την απώλεια αγοραστικής δύναμης των καταθετών.
Χάνουν
1) Οι μικροκαταθέτες που μένουν σε όψεως/ταμιευτηρίου
Με δεδομένη την κυριαρχία των καταθέσεων πρώτης ζήτησης στα νοικοκυριά, η χαμηλή μέση απόδοση είναι μαζικό φαινόμενο. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
2) Οι δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο (νοικοκυριά και ΜμΕ)
Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, τα δάνεια ανατιμολογούνται ταχύτερα. Άρα το βάρος περνάει γρήγορα σε όσους έχουν δανειακές υποχρεώσεις, ειδικά σε μια αγορά όπου η διαπραγματευτική ισχύς του πελάτη είναι περιορισμένη.
3) Η πραγματική οικονομία μέσω επενδύσεων
Ακριβότερο χρήμα σημαίνει πιο δύσκολες επενδυτικές αποφάσεις, ιδιαίτερα για μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν πρόσβαση σε κεφαλαιαγορές.
Η πολιτική διάσταση: από τις παραινέσεις στη θεσμική παρέμβαση
Το ζήτημα είχε αναδειχθεί πολιτικά ήδη από το 2022, όταν υπήρξαν δημόσιες παρεμβάσεις προς τις τράπεζες για “γενναία” αύξηση επιτοκίων καταθέσεων και μείωση δανειακών επιτοκίων, ακριβώς λόγω της ψαλίδας. (https://www.ot.gr/2022/12/03/oikonomia/staikouras-pros-trapezes-ayksiste-amesa-kai-gennaia-ta-epitokia-katatheseon/)
Το καλοκαίρι του 2024 η Επιτροπή Ανταγωνισμού ξεκίνησε κλαδική έρευνα για τα επιτόκια καταθέσεων, ακριβώς επειδή οι αποδόσεις στην Ελλάδα υστερούσαν και η μετακύλιση θεωρήθηκε αργή. (https://www.epant.gr/en/information/press-releases/item/2890-press-release-sector-inquiry-by-the-hellenic-competition-commission-into-bank-deposits.html)
Σήμερα, με την ενδιάμεση έκθεση, το θέμα περνάει από το επίπεδο “ηθικής πίεσης” στο επίπεδο “τεκμηριωμένης διάγνωσης αγοράς”.
Τι εργαλεία υπάρχουν (και τι περιορισμοί) σε Ελλάδα και ΕΕ
Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τρία επίπεδα:
-
Ανταγωνισμός: η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να χαρτογραφήσει την αγορά, να προτείνει μέτρα, να αφαιρέσει “τριβές” (frictions) που εμποδίζουν την αλλαγή τράπεζας ή τη σύγκριση προϊόντων.
-
Κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ: υπάρχουν ευρωπαϊκά εργαλεία που στοχεύουν στη διευκόλυνση αλλαγής λογαριασμού και στη διαφάνεια, όπως η Payment Accounts Directive (Οδηγία για τους λογαριασμούς πληρωμών). (https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=OJ%3AC_202503725&utm_source=openai)
-
Κρατική λύση τύπου “δημόσιου αποταμιευτικού λογαριασμού”: εδώ μπαίνει το ευρωπαϊκό δίκαιο κρατικών ενισχύσεων. Αν το κράτος δημιουργήσει προϊόν που δίνει πλεονέκτημα μέσω κρατικών πόρων, μπορεί να ενεργοποιηθεί ο έλεγχος περί κρατικών ενισχύσεων (άρθρο 107 ΣΛΕΕ και σχετική πρακτική). (https://eur-lex.europa.eu/eli/treaty/tfeu_2016/2025-03-15/eng?utm_source=openai)
Με άλλα λόγια: υπάρχουν λύσεις, αλλά δεν είναι “πατάω ένα κουμπί”. Θέλουν σχεδιασμό για να μη δημιουργήσεις νέο πρόβλημα (π.χ. απότομη εκροή καταθέσεων από τράπεζες που πιέζει την πιστωτική επέκταση).
Το πρακτικό ερώτημα: γιατί οι τράπεζες δεν “ανταγωνίζονται” τις καταθέσεις;
Η απάντηση, όσο κυνική κι αν ακούγεται, είναι λειτουργική:
- Όταν οι τράπεζες έχουν άφθονες καταθέσεις και χαμηλή ανάγκη νέας χρηματοδότησης, δεν έχουν λόγο να πληρώσουν περισσότερο.
- Όταν μπορούν να τοποθετούν ρευστότητα στην ΕΚΤ με θετικό επιτόκιο, έχουν μια ασφαλή εναλλακτική απόδοση. (https://www.ecb.europa.eu/ecb-and-you/explainers/tell-me/html/what-is-the-deposit-facility-rate.en.html?utm_source=openai)
- Όταν η αγορά είναι ολιγοπωλιακή, η πίεση από “ανταγωνιστή που θα σπάσει την αγορά” είναι μικρότερη.
Σε πιο τεχνικό επίπεδο, τα στατιστικά επιτοκίων της ΕΚΤ για την ευρωζώνη δείχνουν την ασυμμετρία: τα επιτόκια σε νέες καταθέσεις ανέβηκαν, αλλά όχι με τον ίδιο ρυθμό που ανέβηκαν τα επιτόκια δανείων, ειδικά στην αρχή του κύκλου αυξήσεων. (https://www.ecb.europa.eu/press/stats/mfi/html/ecb.mir2304~827882129b.en.html?utm_source=openai)
Τι ακολουθεί: ορόσημα και “κόκκινες σημαίες” στον κύκλο μειώσεων
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει ανοίξει διαβούλευση, με προθεσμία υποβολής απόψεων έως τις 16 Φεβρουαρίου 2026, πριν πάει σε τελική έκθεση και προτάσεις. (https://www.epant.gr/en/information/press-releases/item/3339-press-release-sector-inquiry-into-bank-deposits-publication-of-interim-report.html)
Όμως το πιο άμεσο ρίσκο δεν είναι η επόμενη έκθεση. Είναι ο νέος κύκλος επιτοκίων:
- Όταν η ΕΚΤ αρχίζει μειώσεις (όπως ήδη έκανε τον Ιούνιο του 2024), το ερώτημα γίνεται: θα πέσουν τα επιτόκια δανείων γρήγορα; και θα κινηθούν οι καταθέσεις δίκαια; (https://www.ecb.europa.eu/press/pr/date/2024/html/ecb.mp240606)
Σε αγορές με ασύμμετρη μετακύλιση, υπάρχει ένα κλασικό μοτίβο που πρέπει να παρακολουθούμε: οι τράπεζες μπορεί να μειώσουν σχετικά γρήγορα τα επιτόκια σε κάποια δάνεια, αλλά να κρατήσουν τις καταθέσεις “κολλημένες” χαμηλά. Αυτό δεν είναι πάντα κακό για όλους (οι δανειολήπτες ανακουφίζονται), αλλά δείχνει πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός, ώστε η προσαρμογή να μην γίνεται πάντα υπέρ του ίδιου μέρους.
Συμπέρασμα: η ουσία της ιστορίας δεν είναι τα “χαμηλά επιτόκια”, είναι η δύναμη αγοράς
Η έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού κάνει κάτι χρήσιμο: μετατρέπει ένα γενικό παράπονο (“δεν μας δίνουν τίποτα στις καταθέσεις”) σε διάγνωση με δομικά χαρακτηριστικά. Λέει ότι η αγορά είναι πολύ συγκεντρωμένη, ότι η μετακύλιση ήταν χαμηλή (10% έναντι 20% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και ότι το spread δανείων-καταθέσεων διευρύνθηκε εντυπωσιακά. (https://www.epant.gr/files/2025/endiamesi_katathesies_dec_25.pdf)
Από εκεί και πέρα, η πραγματική πολιτική ερώτηση είναι μία: θέλουμε να “διορθώσουμε” τον ανταγωνισμό με τεχνικά εργαλεία (διαφάνεια, σύγκριση, εύκολη μεταφορά λογαριασμού), ή να δημιουργήσουμε μια κρατική εναλλακτική που θα αναγκάσει την αγορά να κινηθεί; Η πρώτη λύση έχει συνήθως χαμηλότερο ρίσκο και είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας για λογαριασμούς πληρωμών. (https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=OJ%3AC_202503725&utm_source=openai) Η δεύτερη μπορεί να είναι πιο ισχυρό “σοκ” ανταγωνισμού, αλλά απαιτεί προσεκτική συμμόρφωση με κανόνες κρατικών ενισχύσεων και σχεδιασμό ώστε να μη δημιουργήσει χρηματοπιστωτικούς και δημοσιονομικούς κινδύνους. (https://eur-lex.europa.eu/eli/treaty/tfeu_2016/2025-03-15/eng?utm_source=openai)
Σε κάθε περίπτωση, αν το θέμα μείνει μόνο ως επικοινωνιακή αντιπαράθεση, το πιθανότερο είναι να συνεχίσει να λειτουργεί το ίδιο μοτίβο: οι τράπεζες να αμείβουν λίγο τη ρευστότητα, οι καταθέτες να χάνουν σε πραγματικούς όρους όταν ο πληθωρισμός ανεβαίνει και η οικονομία να κουβαλά ένα υψηλό κόστος χρήματος που φθείρει τη δυναμική των επενδύσεων. Κι αυτό, στο τέλος, είναι θέμα ανταγωνισμού, όχι μόνο τραπεζικών τιμολογίων.
Πώς σου φάνηκε το άρθρο;
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- μη διαθέσιμο
- Δημιουργήθηκε:
- μη διαθέσιμο
- Εκτέλεση pipeline:
- μη διαθέσιμο
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση