Ενέργεια: Η ΕΕ ρίχνει €30 δισ. για να ενώσει την πρίζα, αλλά ποιος πληρώνει το καλώδιο;

Διασύνδεση σε θολά νερά
Σύνθεση εικόνας · tobriefEU Moves to Unify Energy Market with New Infrastructure Fund and Measures to Tackle Price Gaps
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί κάτι που, στα χαρτιά, ακούγεται αυτονόητο αλλά στην πράξη αποδεικνύεται πολιτικά και τεχνικά δύσκολο: να κάνει την αγορά ενέργειας της πιο «ενιαία». Δηλαδή, να μοιάζει περισσότερο με μία αγορά και λιγότερο με 27 παράλληλες αγορές που, σε μια κρίση, τραβούν η καθεμία προς τη μεριά της.
Το άμεσο όχημα είναι ένα πολύ μεγαλύτερο Connecting Europe Facility (CEF) για την ενέργεια (το ευρωπαϊκό πρόγραμμα επιχορηγήσεων για διασυνοριακές υποδομές). Οι υπουργοί Ενέργειας έδωσαν το πολιτικό «πράσινο φως» στο πλαίσιο για τον επόμενο κύκλο 2028-2034, με προτεινόμενο προϋπολογισμό 29,9 δισ. ευρώ έναντι περίπου 5,8 δισ. ευρώ στον τρέχοντα κύκλο. (https://www.euronews.com/my-europe/2025/12/15/eu-energy-ministers-back-new-fund-for-cross-border-infrastructure-projects-from-2028)
Παράλληλα όμως, η ΕΕ δεν κρύβει το πραγματικό κίνητρο: οι τεράστιες αποκλίσεις στις τιμές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου μεταξύ κρατών μελών. Για τον μέσο πολίτη αυτό μεταφράζεται σε μια απλή αίσθηση αδικίας: «πώς γίνεται να ζούμε στην ίδια Ένωση, με την ίδια αγορά, αλλά να πληρώνουμε τόσο διαφορετικά;». Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι στο α’ εξάμηνο 2025 οι οικιακές τιμές ρεύματος είχαν ακραίες αποκλίσεις, με τη Γερμανία στην κορυφή και την Ουγγαρία στον πάτο, με διαφορές πολλαπλάσιες. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251029-2) Αντίστοιχα μεγάλες αποκλίσεις καταγράφονται και στο φυσικό αέριο. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251029-1)
Αυτή η ιστορία δεν είναι «μόνο ενέργεια». Είναι κόστος ζωής, ανταγωνιστικότητα βιομηχανίας, δημοσιονομικό βάρος, γεωπολιτική ασφάλεια και τελικά ένα ερώτημα που η Ευρώπη αποφεύγει από το 2008 και μετά: πόση κοινή πολιτική μπορούμε να αντέξουμε χωρίς κοινό πολιτικό κόστος;
Τι σημαίνει «ενιαία αγορά ενέργειας» και γιατί δεν είναι ήδη ενιαία
Η ΕΕ έχει εδώ και χρόνια μια εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου. Θεωρητικά, το ρεύμα «ταξιδεύει» από χώρα σε χώρα και οι τιμές τείνουν να συγκλίνουν, όπως συμβαίνει με πολλά εμπορεύματα.
Στην πράξη όμως, υπάρχουν τρία «στοπ» που δημιουργούν κατακερματισμό:
- Τα φυσικά εμπόδια: ανεπαρκείς διασυνδέσεις (interconnectors, δηλαδή γραμμές μεταφοράς που ενώνουν δύο συστήματα), συμφόρηση δικτύων, αργά έργα, τοπικές αντιδράσεις.
- Τα ρυθμιστικά και φορολογικά εμπόδια: διαφορετικοί φόροι, τέλη δικτύου, επιδοτήσεις, κανόνες για το ποιος πληρώνει τι.
- Τα πολιτικά εμπόδια: σε κρίση, οι κυβερνήσεις τείνουν να προστατεύουν πρώτα τους δικούς τους ψηφοφόρους και τη δική τους βιομηχανία, άρα «σπάνε» την κοινή λογική της αγοράς με εθνικά μέτρα.
Η ΕΕ έχει θεσπίσει ως στόχο μέχρι το 2030 κάθε χώρα να έχει επίπεδο διασύνδεσης 15% (με απλά λόγια, να μπορεί να εισάγει ή να εξάγει σημαντικό μέρος της ισχύος της μέσω συνδέσεων με γείτονες). Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι ο πυρήνας της σύγκλισης τιμών. (https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2018/1999/2021-01-01/eng)
Και επειδή τα έργα δεν γίνονται «με ευχές», υπάρχει και το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει ποια έργα θεωρούνται ευρωπαϊκής προτεραιότητας: ο αναθεωρημένος κανονισμός TEN-E (Trans-European Networks for Energy), που βάζει κανόνες για τα PCIs/PMIs (Projects of Common Interest / Mutual Interest, δηλαδή έργα κοινού/αμοιβαίου ενδιαφέροντος, που παίρνουν προτεραιότητα σε αδειοδοτήσεις και χρηματοδότηση). (https://eur-lex.europa.eu/EN/legal-content/summary/guidelines-for-trans-european-energy-infrastructure.html)
Το νέο CEF: το «ταμείο υποδομών» που αλλάζει κλίμακα
Το βασικό νέο στοιχείο δεν είναι ότι υπάρχει CEF. Υπάρχει ήδη. Το νέο στοιχείο είναι η κλίμακα.
Στον κύκλο 2021-2027, το CEF για την ενέργεια είχε προϋπολογισμό περίπου 5,84 δισ. ευρώ. (https://cinea.ec.europa.eu/news-events/news/connecting-europe-facility-2021-2027-adopted-2021-07-20_en) Τώρα συζητάμε για 29,9 δισ. ευρώ στο 2028-2034. (https://www.euronews.com/my-europe/2025/12/15/eu-energy-ministers-back-new-fund-for-cross-border-infrastructure-projects-from-2028)
Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ προσπαθεί να πάει από το «χρηματοδοτώ μερικά κομβικά έργα» στο «χρηματοδοτώ ένα ευρωπαϊκό κύμα δικτύων». Οι υπουργοί ενέργειας έχουν ήδη υιοθετήσει διαπραγματευτική θέση (μερική εντολή) στο Συμβούλιο για το νέο CEF, δίνοντας βάρος στην άρση ενεργειακής απομόνωσης και στην ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών. (https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/12/15/mff-council-adopts-partial-mandate-on-the-connecting-europe-facility-cef-iii/)
Η αύξηση του CEF δεν υπόσχεται «φθηνό ρεύμα αύριο». Υπόσχεται ότι, στην επόμενη κρίση, η ΕΕ θα μοιάζει περισσότερο με ενιαίο σύστημα και λιγότερο με σύνολο από «ενεργειακά νησιά» που πληρώνουν premium.
Πώς οι υποδομές κλείνουν τα «price gaps» (και πώς δεν τα κλείνουν)
Για να καταλάβουμε γιατί η ΕΕ επιμένει στα δίκτυα, πρέπει να δούμε τον μηχανισμό τιμής του ηλεκτρισμού.
Στις περισσότερες αγορές της ΕΕ, η χονδρική τιμή καθορίζεται από το λεγόμενο merit order (σειρά προτεραιότητας μονάδων). Με απλά λόγια, μπαίνουν πρώτα οι φθηνότερες μονάδες (π.χ. αιολικά, φωτοβολταϊκά, πυρηνικά όπου υπάρχουν), και η τιμή συχνά «κλειδώνει» από την ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλύψει τη ζήτηση, πολλές φορές μονάδα φυσικού αερίου.
Αν μια χώρα έχει υψηλή ζήτηση, περιορισμένη παραγωγή χαμηλού κόστους και δεν μπορεί να εισάγει αρκετά λόγω συμφόρησης, τότε:
- λειτουργεί περισσότερο αέριο,
- πληρώνει υψηλότερη χονδρική,
- και αυτό περνάει (σε κάποιο βαθμό) στη λιανική.
Εδώ μπαίνουν τα δίκτυα. Οι διασυνδέσεις και η άρση συμφόρησης:
- αυξάνουν την ικανότητα εισαγωγών/εξαγωγών,
- μειώνουν τη διάρκεια και την ένταση των αποκλίσεων τιμών,
- κάνουν το σύστημα πιο ανθεκτικό σε σοκ.
Η ACER (η ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή ενέργειας) έχει δείξει πόσο μεγάλο είναι το «τίμημα» της συμφόρησης, με δείκτες όπως τα congestion revenues (έσοδα από συμφόρηση, που ουσιαστικά είναι χρήμα που προκύπτει επειδή οι τιμές διαφέρουν μεταξύ δύο σημείων και το δίκτυο δεν επαρκεί). (https://www.acer.europa.eu/news/congestion-eu-gas-markets-have-we-reached-new-normal?utm_source=openai) Όταν αυτά τα μεγέθη είναι υψηλά, δεν είναι «επιτυχία της αγοράς», είναι ένδειξη ότι το σύστημα έχει στενωπούς.
Όμως υπάρχει και η δυσάρεστη αλήθεια: οι υποδομές δεν αρκούν αν οι κανόνες της αγοράς και τα εθνικά βάρη παραμένουν ασύμβατα. Διότι ένας Γερμανός καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο την ενέργεια. Πληρώνει και τέλη δικτύου, φόρους, επιβαρύνσεις, ρυθμιστικές επιλογές. Άρα τα price gaps είναι μείγμα φυσικής πραγματικότητας και πολιτικής επιλογής.
Η άλλη «μισή» πολιτική: μεταρρύθμιση αγοράς, σταθερότερα συμβόλαια, λιγότερα σοκ
Η ΕΕ μετά την κρίση του 2022 έβαλε στο τραπέζι μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρισμού, ακριβώς για να μειώσει την έκθεση των καταναλωτών σε ακραίες διακυμάνσεις. Η Επιτροπή παρουσίασε το πακέτο το 2023. (https://energy.ec.europa.eu/publications/electricity-market-reform-consumers-and-annex_en) Το Συμβούλιο ενέκρινε τους επικαιροποιημένους κανόνες το 2024. (https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2024/05/21/electricity-market-reform-council-signs-off-on-updated-rules/)
Εδώ εμφανίζονται εργαλεία όπως τα δύο-κατευθύνσεων συμβόλαια επί διαφοράς (two-way contracts for difference, δηλαδή συμβάσεις όπου αν η τιμή αγοράς είναι πάνω από μια συμφωνημένη τιμή αναφοράς, ο παραγωγός επιστρέφει τη διαφορά, και αν είναι κάτω, αποζημιώνεται). Το νόημα είναι να:
- σταθεροποιηθούν τα έσοδα για επενδύσεις σε ΑΠΕ,
- και να προστατευτεί ο καταναλωτής από ακραίες τιμές.
Αλλά και εδώ υπάρχει follow-the-money πλευρά: ποιος παίρνει το όφελος όταν η τιμή πέφτει; Αν ο μηχανισμός δεν είναι σωστά σχεδιασμένος, μπορεί να σταθεροποιεί τα έσοδα των παραγωγών χωρίς να μειώνει ανάλογα τους λογαριασμούς.
Νομισματική πολιτική: γιατί τα επιτόκια της ΕΚΤ μπαίνουν στον λογαριασμό ρεύματος
Η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή η κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης) καθορίζει τα επιτόκια με στόχο τον πληθωρισμό. Αυτό φαίνεται άσχετο με τις διασυνδέσεις, αλλά δεν είναι.
Τα δίκτυα είναι επενδύσεις υψηλού κεφαλαιουχικού κόστους (CAPEX). Δηλαδή, μεγάλο κόστος στην αρχή, απόσβεση σε δεκαετίες. Όταν τα επιτόκια είναι υψηλότερα:
- αυξάνει το κόστος δανεισμού των διαχειριστών δικτύου,
- ανεβαίνουν οι απαιτούμενες αποδόσεις των επενδυτών,
- και συχνά αυτό πιέζει προς τα πάνω τα ρυθμιζόμενα τέλη δικτύου (τα οποία πληρώνουμε στους λογαριασμούς).
Άρα, το νέο CEF έχει και μια λειτουργία «μαξιλαριού»: οι επιχορηγήσεις μειώνουν την ανάγκη για δανεισμό, άρα περιορίζουν το πόσο από το κόστος θα μετακυλιστεί στον καταναλωτή μέσω τελών.
Δημοσιονομικά: ποιος πληρώνει και πώς «φαίνεται» στο δημόσιο χρέος
Το CEF είναι ευρωπαϊκό χρήμα, αλλά συνήθως δεν καλύπτει το 100% ενός έργου. Χρειάζεται συγχρηματοδότηση, εθνική συμμετοχή, ιδιωτικό κεφάλαιο, δάνεια (π.χ. μέσω της ΕΤΕπ).
Εδώ προκύπτουν δύο πολιτικές εντάσεις:
- Βορράς-Νότος: Οι χώρες με ισχυρότερη δημοσιονομική θέση μπορούν ευκολότερα να βάλουν εθνικά χρήματα για να «ξεκλειδώσουν» ευρωπαϊκά κονδύλια. Οι χώρες με υψηλότερο χρέος (όπως η Ελλάδα) δεν έχουν την ίδια άνεση. Δεν είναι θεωρία, είναι περιορισμός.
- Ποιος θα σηκώσει το κόστος αν δεν φτάνει η επιδότηση; Θα το σηκώσει ο κρατικός προϋπολογισμός (άρα ο φορολογούμενος) ή τα τέλη δικτύου (άρα ο καταναλωτής);
Και επειδή η Ευρώπη συζητά για μεγαλύτερη «ευελιξία» στα εργαλεία χρηματοδότησης, ανοίγει και το ζήτημα λογοδοσίας.
Διακυβέρνηση και διαφάνεια: όταν το «ευέλικτο» γίνεται «δεν βρίσκεις την άκρη»
Η αύξηση του CEF συνοδεύεται από συζήτηση για πιο ευέλικτους κανόνες, περισσότερο blended finance (συνδυασμό επιχορηγήσεων με δάνεια/εγγυήσεις) και ταχύτερες διαδικασίες. Αυτό μπορεί να επιταχύνει έργα. Μπορεί όμως και να δυσκολέψει τον έλεγχο του χρήματος.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ελεγκτικοί κύκλοι έχουν ήδη προειδοποιήσει ότι μοντέλα που μοιάζουν περισσότερο με «RRF-like» (RRF: Recovery and Resilience Facility, το Ταμείο Ανάκαμψης) κάνουν την ιχνηλασιμότητα πιο δύσκολη αν δεν υπάρχουν αυστηρά dashboards, δημοσιότητα συμβάσεων και σαφείς τελικοί δικαιούχοι. (https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_BRI%282025%29779264?utm_source=openai) Η σχετική δημόσια συζήτηση καταγράφεται και σε ρεπορτάζ που τονίζουν το ρίσκο μειωμένης διαφάνειας. (https://www.euronews.com/my-europe/2025/12/15/eu-energy-ministers-back-new-fund-for-cross-border-infrastructure-projects-from-2028?utm_source=openai)
Σε έργα δικτύων, το μεγάλο ρίσκο σπατάλης δεν είναι «να κλαπεί το χρήμα». Είναι να δεσμευτεί σε έργα με υπερβάσεις κόστους, καθυστερήσεις ή χαμηλή αξιοποίηση, και στο τέλος να πληρωθεί με υψηλότερα τέλη δικτύου.
Εμπόριο και εφοδιαστικές αλυσίδες: το ρεύμα είναι «εμπόριο» που απαιτεί καλώδια
Η ενέργεια είναι και εμπόριο: ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο, LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο). Η κρίση του 2022 έδειξε ότι η Ευρώπη εξαρτάται από διεθνείς ροές και ότι η διαφοροποίηση κοστίζει.
Το REPowerEU έδωσε πολιτική ώθηση ακριβώς σε αυτό: περισσότερη ανθεκτικότητα, λιγότερη εξάρτηση, πιο γρήγορη μετάβαση, αλλά και περισσότερες υποδομές. (https://commission.europa.eu/publications/key-documents-repowereu_en)
Σήμερα, καθώς οι εφοδιαστικές αλυσίδες (καλώδια, μετασχηματιστές, εξοπλισμός HVDC, ειδικά πλοία πόντισης καλωδίων) έχουν περιορισμένη δυναμικότητα, η αύξηση χρηματοδότησης δεν λύνει αυτόματα το πρόβλημα. Αν όλοι χτίζουν ταυτόχρονα, ανεβαίνουν οι τιμές των έργων. Αυτό είναι κλασικό «πληθωρισμός έργων υποδομής».
Αγορές έναντι πραγματικής οικονομίας: γιατί η «πτώση χονδρικής» δεν φαίνεται πάντα στον λογαριασμό
Ένα από τα πιο συχνά παράπονα των καταναλωτών είναι: «πέφτει η χονδρική, γιατί δεν πέφτει ο λογαριασμός;»
Η απάντηση είναι ότι η τελική τιμή έχει πολλά κομμάτια:
- κόστος ενέργειας (χονδρική),
- τέλη δικτύου,
- φόροι και εισφορές,
- περιθώρια προμήθειας,
- και, σε ορισμένες χώρες, πολιτικές επιδοτήσεων ή ρυθμιζόμενων τιμών.
Οι ακραίες αποκλίσεις που δείχνει η Eurostat (Γερμανία πολύ ακριβότερη από Ουγγαρία) δεν είναι μόνο «αγορά». Είναι και διαφορετικό κράτος, διαφορετική κατανομή βαρών, διαφορετική πολιτική. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251029-2)
Άρα η ενοποίηση αγοράς έχει δύο «στρώματα»:
- φυσικό στρώμα (δίκτυα),
- θεσμικό στρώμα (κανόνες και κατανομή κόστους).
Αν μείνει μόνο στο πρώτο, θα μειώσει τα spreads χονδρικής αλλά όχι απαραίτητα τις αποκλίσεις λιανικής.
Νομίσματα και ισοτιμίες: το ευρώ, το LNG και η καθημερινή ακρίβεια
Ακόμη και αν η ΕΕ πετύχει καλύτερη εσωτερική σύγκλιση, η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς τιμές καυσίμων. Και επειδή μεγάλο μέρος της διεθνούς αγοράς φυσικού αερίου και LNG τιμολογείται σε δολάρια, η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου μετράει.
Ισχυρό ευρώ σημαίνει, κατά κανόνα, φθηνότερες εισαγωγές ενέργειας. Αδύναμο ευρώ σημαίνει ακριβότερη ενέργεια, άρα μεγαλύτερη πίεση στον πληθωρισμό. Αυτό είναι κρίσιμο για χώρες όπως η Ελλάδα που εισάγουν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους.
Μοντέλα ανάπτυξης: γιατί η ΕΕ μιλά για «energy highways» και γιατί η Ελλάδα κοιτάζει να γίνει κόμβος
Η ΕΕ προωθεί πλέον πιο επιθετικά τον εντοπισμό bottlenecks, με πρωτοβουλίες τύπου «energy highways» που στοχεύουν στα σημεία συμφόρησης για να μειωθούν τιμές και κίνδυνοι blackout. (https://www.reuters.com/sustainability/boards-policy-regulation/eu-targets-8-power-grid-bottlenecks-cut-prices-boost-security-2025-09-10/)
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι μόνο να έχει φθηνότερο ρεύμα. Είναι και να χτίσει ρόλο περιφερειακού ενεργειακού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, αξιοποιώντας:
- ΑΠΕ (ήλιος, άνεμος),
- διασυνδέσεις,
- υποδομές αερίου/LNG ως μεταβατικό καύσιμο,
- και αποθήκευση.
Αυτό κουμπώνει και με το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας: τουρισμός και ναυτιλία θέλουν σταθερό κόστος ενέργειας. Ο τουρισμός επηρεάζεται έμμεσα από το κόστος ζωής και τις τιμές υπηρεσιών. Η ναυτιλία επηρεάζεται από την ευρύτερη γεωπολιτική και το εμπόριο, αλλά και από το ενεργειακό κόστος (λιμάνια, logistics, καύσιμα, ηλεκτροδότηση).
Η ελληνική διάσταση: τι μπορεί να σημαίνει πρακτικά ένα μεγαλύτερο CEF
Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένους λόγους να βλέπει θετικά την ενίσχυση του CEF:
- Διασυνδέσεις που μειώνουν «νησιωτικό premium»: Όταν ένα νησί ή μια περιοχή είναι ενεργειακά απομονωμένη, πληρώνει ακριβότερα και χρειάζεται ειδικές επιδοτήσεις (στην Ελλάδα αυτό μεταφράζεται ιστορικά σε ΥΚΩ, δηλαδή Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, χρεώσεις που μπαίνουν στον λογαριασμό για να καλύπτονται έξτρα κόστη).
- Δυνατότητα εξαγωγών ΑΠΕ: Αν η Ελλάδα παράγει πολύ πράσινο ρεύμα αλλά δεν έχει γραμμές να το «βγάλει», θα το περικόπτει (curtailment, δηλαδή αναγκαστική μείωση παραγωγής).
- Ασφάλεια εφοδιασμού: περισσότερες διασυνδέσεις σημαίνουν λιγότερη εξάρτηση από μία μόνο πηγή ή μία διαδρομή.
Ένα εμβληματικό παράδειγμα διασυνοριακής στόχευσης είναι η διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου (γνωστή ως EuroAsia/Great Sea Interconnector σε διάφορες φάσεις/ονοματοδοσίες), που στοχεύει και στην άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. (https://international-partnerships.ec.europa.eu/policies/global-gateway/euro-asia-submarine-electricity-interconnection-cable_en?prefLang=de&utm_source=openai)
Και τι γίνεται με τα spreads και τη «στενή επιτήρηση» των αγορών;
Η Ελλάδα έχει ακόμη υψηλό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και οι αγορές παρακολουθούν στενά το δημοσιονομικό της προφίλ. Αυτό αποτυπώνεται και στα spreads (η διαφορά απόδοσης ελληνικών ομολόγων σε σχέση με τα γερμανικά). Όταν η χώρα χρειάζεται μεγάλα έργα υποδομής, το ερώτημα είναι πάντα διπλό:
- πόσο επιδοτεί η Ευρώπη,
- και πόσο θα επιβαρύνει το εθνικό κόστος (άρα, έμμεσα, το ρίσκο της χώρας).
Ένα μεγαλύτερο CEF, αν έρθει με υψηλή επιχορήγηση και σωστή στόχευση, μπορεί να λειτουργήσει ως «απορρόφηση κινδύνου» για χώρες όπως η Ελλάδα. Αν όμως έρθει με αδιαφανείς μηχανισμούς και μεγάλα κόστη που τελικά περνούν στα τιμολόγια, μπορεί να γίνει πολιτικά τοξικό.
Ποιος ωφελείται, ποιος χάνει: follow the money χωρίς ωραιοποίηση
Αν το δούμε καθαρά, οι ωφελούμενοι χωρίζονται σε τρία επίπεδα: ΕΕ, κράτη, καταναλωτές.
1) Οι άμεσοι κερδισμένοι (σχεδόν «by design»)
- Διαχειριστές δικτύων (TSOs): επειδή το CEF χρηματοδοτεί έργα μεταφοράς, άρα αυξάνει τα επενδυτικά τους προγράμματα.
- Κατασκευαστές και εργολάβοι (EPC contractors): καλώδια, υποσταθμοί, ψηφιακά συστήματα δικτύου, έργα αποθήκευσης. Είναι πραγματικό κύμα συμβάσεων.
- Χρηματοπιστωτικοί ενδιάμεσοι και τράπεζες: ειδικά αν αυξηθεί το blended finance, δηλαδή αν επιχορηγήσεις «κουμπώνουν» πάνω σε δάνεια και εγγυήσεις.
Αυτοί βλέπουν το χρήμα πρώτοι, διότι πληρώνονται στην κατασκευή.
2) Οι μεσοπρόθεσμοι κερδισμένοι (αν πετύχει το σχέδιο)
- Βιομηχανία και επιχειρήσεις: σταθερότερο και χαμηλότερο κόστος ενέργειας σημαίνει καλύτερη ανταγωνιστικότητα.
- Χώρες της περιφέρειας και «ενεργειακά νησιά»: Πορτογαλία, Κύπρος, κράτη με χαμηλή διασύνδεση, που σήμερα πληρώνουν premium.
3) Οι δυνητικοί χαμένοι (αν δεν σχεδιαστεί σωστά)
- Νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος: όχι επειδή «δεν θα ωφεληθούν», αλλά επειδή είναι πιθανό να πληρώσουν μέρος του κόστους μέσω τελών δικτύου πριν δουν τα οφέλη.
- Φορολογούμενοι: αν οι εθνικές συμμετοχές μεγαλώσουν ή αν οι υπερβάσεις κόστους καλυφθούν από προϋπολογισμούς.
Αυτό είναι το κλασικό πρόβλημα υποδομών: τα οφέλη είναι διάχυτα και έρχονται αργά, τα κόστη είναι συγκεντρωμένα και έρχονται νωρίς.
Τα κόκκινα σημάδια: τι μπορεί να πάει στραβά
Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες κινδύνου που αξίζει να παρακολουθούμε από τώρα, πριν το 2028:
- Καθυστερήσεις και υπερβάσεις κόστους: σε μεγάλα ενεργειακά έργα είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση.
- Χαμηλή αξιοποίηση (white elephants): νέα διασύνδεση που δεν χρησιμοποιείται επειδή δεν «κουμπώνουν» οι αγορές ή επειδή οι εσωτερικές συμφόρησης παραμένουν.
- Ρυθμιστική αιχμαλωσία: όταν οι κανόνες γράφονται με τρόπο που εξασφαλίζει αποδόσεις και όχι καταναλωτικό όφελος.
- Διαφάνεια και έλεγχος: ειδικά αν η νέα ευελιξία μειώσει την ιχνηλασιμότητα, όπως φοβούνται θεσμικοί παράγοντες. (https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_BRI%282025%29779264?utm_source=openai)
Ποιοτικός έλεγχος δεδομένων: τι συγκρίνουμε όταν λέμε «4 φορές ακριβότερο»
Οι συγκρίσεις τύπου «η Γερμανία πληρώνει 4 φορές παραπάνω από την Ουγγαρία» είναι ισχυρές πολιτικά. Αλλά χρειάζονται προσοχή.
- Η Eurostat δίνει τελικές λιανικές τιμές που περιλαμβάνουν φόρους και επιβαρύνσεις. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251029-2)
- Η Ουγγαρία έχει ιστορικά πιο ρυθμιζόμενες/πολιτικά καθορισμένες τιμές σε κάποια περιόδους, άρα η σύγκριση αποτυπώνει και πολιτική επιλογή, όχι μόνο «αγορά».
- Για να δεις την πραγματική επιβάρυνση, θέλεις και δείκτες σε PPS (μονάδες αγοραστικής δύναμης) και προσαρμογή για πληθωρισμό (real terms). Αλλιώς συγκρίνεις ονομαστικά μεγέθη που δεν λένε όλη την αλήθεια.
Η ουσία όμως δεν αλλάζει: τόσο μεγάλες αποκλίσεις δείχνουν ότι η ενιαία αγορά δεν λειτουργεί ως ενιαία για τον τελικό καταναλωτή.
Τι ακολουθεί: τα ορόσημα μέχρι να γίνει «λεφτά στο καλώδιο»
Το πολιτικό momentum υπάρχει, αλλά τα χρήματα και τα έργα θέλουν χρόνο.
- Η διαπραγμάτευση για το νέο CEF εντάσσεται στον νέο Πολυετή Προϋπολογισμό 2028-2034, άρα μεγάλο μέρος θα «κλειδώσει» πολιτικά προς το 2027.
- Το Συμβούλιο έχει ήδη υιοθετήσει θέση (μερική εντολή) για το CEF III. (https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/12/15/mff-council-adopts-partial-mandate-on-the-connecting-europe-facility-cef-iii/)
- Η έναρξη της περιόδου είναι το 2028, άρα τα μεγάλα αποτελέσματα στις τιμές (αν έρθουν) θα είναι κυρίως θέμα αρχών της δεκαετίας του 2030.
Στο μεταξύ, η ΕΕ θα συνεχίσει να πιέζει για άρση bottlenecks και επιτάχυνση έργων δικτύου, με λογική «energy highways». (https://www.reuters.com/sustainability/boards-policy-regulation/eu-targets-8-power-grid-bottlenecks-cut-prices-boost-security-2025-09-10/)
Αν θέλουμε να μετρήσουμε αν η πολιτική πετυχαίνει, δεν αρκεί να μετράμε πόσα δισ. δεσμεύτηκαν. Πρέπει να μετράμε: (α) πόσα MW νέας διασύνδεσης μπήκαν σε λειτουργία, (β) πόσες ώρες μειώθηκαν τα spreads τιμών, (γ) πόσο μειώθηκαν οι χρεώσεις συμφόρησης και (δ) πόσο πέρασε στον τελικό λογαριασμό.
Συμπέρασμα: η ΕΕ αγοράζει «ενότητα» με καλώδια, αλλά η απόδειξη θα είναι πολιτική
Το νέο CEF για την ενέργεια είναι μια προσπάθεια να λυθεί ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα με ευρωπαϊκό εργαλείο: περισσότερα δίκτυα, περισσότερη διασύνδεση, λιγότερα «ενεργειακά νησιά». (https://www.euronews.com/my-europe/2025/12/15/eu-energy-ministers-back-new-fund-for-cross-border-infrastructure-projects-from-2028) Και είναι απολύτως λογικό: χωρίς φυσική δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρισμού, η ενιαία αγορά είναι σύνθημα.
Αλλά η ενοποίηση δεν είναι τεχνικό project. Είναι κατανομή κόστους και οφέλους. Αν τα έργα χρηματοδοτηθούν με τρόπο που:
- προστατεύει τους καταναλωτές από την πρώιμη μετακύλιση κόστους,
- εξασφαλίζει διαφάνεια και λογοδοσία,
- και μειώνει πραγματικά τις αποκλίσεις που δείχνει η Eurostat (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251029-2), τότε η ΕΕ θα έχει κερδίσει κάτι πολύ περισσότερο από μερικά €/MWh: θα έχει κερδίσει αξιοπιστία.
Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό: να αξιοποιήσει το νέο κύμα υποδομών για να μειώσει τη μεταβλητότητα και να ενισχύσει τον ρόλο της ως κόμβος, χωρίς να φορτώσει δυσανάλογα τους λογαριασμούς ή να ανοίξει νέα δημοσιονομικά ρίσκα που θα ξαναφανούν στα spreads. Κι αυτό, τελικά, είναι το πιο ελληνικό ερώτημα από όλα: ποιος πληρώνει σήμερα και ποιος κερδίζει αύριο;
Πώς σου φάνηκε το άρθρο;
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- μη διαθέσιμο
- Δημιουργήθηκε:
- μη διαθέσιμο
- Εκτέλεση pipeline:
- μη διαθέσιμο
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση