Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
05 / 05 · ιστορία ημέρας— λεπτά · 2.586 λέξεις · 10 πηγές

Η Ελλάδα «τρέχει», αλλά η τσέπη μένει πίσω: Γιατί η ανάπτυξη δεν φέρνει ευρωπαϊκούς μισθούς

Γράφτηκε από AIto brief AI · 22 Ιανουαρίου 2026, 05:00
Πώς γράφτηκε

Έδαφος ακατάλληλο για τρέξιμο

Σύνθεση εικόνας · tobrief
το κείμενο · 0 λεπτά ανάγνωση

Greece's Economic Growth Fails to Bridge EU Living Standards Gap, Report Finds

Η Ελλάδα «τρέχει» με ρυθμούς ανάπτυξης που, στα χαρτιά, μοιάζουν αξιοπρεπείς για μια χώρα που πέρασε μια δεκαετία κρίσης και μια πανδημία. Το πρόβλημα είναι ότι το τρέξιμο αυτό δεν μεταφράζεται αρκετά γρήγορα σε σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη Ευρώπη. Και αυτό, όταν το μετράς με τους σωστούς δείκτες, φαίνεται καθαρά.

Η πιο «σκληρή» μέτρηση για τη σύγκριση χωρών είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS (Purchasing Power Standards, δηλαδή «ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης» που προσαρμόζουν τα εισοδήματα στις διαφορές τιμών μεταξύ χωρών). Με αυτή τη γλώσσα των αριθμών, η Ελλάδα βρισκόταν γύρω στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ το 2024, άρα περίπου 30% χαμηλότερα από τον μέσο Ευρωπαίο σε αγοραστική δύναμη ανά κάτοικο. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250327-2)

Την ίδια στιγμή, ο «μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένος σε full-time» κινείται περίπου στα 18.000 ευρώ (2024), ανάμεσα στα χαμηλότερα της Ένωσης. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251112-1) Στην καθημερινότητα αυτό δεν είναι στατιστική. Είναι το «φτάνει ο μήνας;», ειδικά όταν η κατοικία έχει μετατραπεί σε μεγάλο, μόνιμο έξοδο και όχι σε απλό «λογαριασμό».

Από εδώ ξεκινά η ουσία της ιστορίας: πώς γίνεται μια οικονομία να μεγαλώνει, αλλά ο πολίτης να αισθάνεται ότι μένει στάσιμος; Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση της ανάπτυξης, στο κόστος του χρήματος, στη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, στο εξωτερικό ισοζύγιο, και τελικά στο ποιος έχει τη διαπραγματευτική δύναμη να πάρει μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα.


Οι δείκτες που μετράνε την πραγματικότητα (και όχι το αφήγημα)

Ας ξεκαθαρίσουμε δύο όρους που συχνά μπερδεύονται.

  • Πραγματικό ΑΕΠ σημαίνει ΑΕΠ «σε σταθερές τιμές», δηλαδή αφού αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό. Έτσι βλέπουμε αν παράγουμε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες σε όγκο, όχι αν απλώς ακριβαίνουν.
  • ΑΕΠ σε PPS ανά κάτοικο είναι εργαλείο σύγκρισης χωρών: μετατρέπει τα μεγέθη σε μια κοινή «μονάδα αγοραστικής δύναμης», ώστε να μην αδικείται μια χώρα απλώς επειδή έχει χαμηλότερες (ή υψηλότερες) τιμές.

Με βάση τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Eurostat για το 2024, η Ελλάδα παραμένει περίπου 29% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250327-2) Αυτό είναι το «χάσμα σύγκλισης» σε μία γραμμή.

Ο δεύτερος δείκτης που πονάει είναι οι μισθοί: όταν ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης κινείται στα 18.000 ευρώ, μιλάμε για μια οικονομία όπου η εργασία αμείβεται χαμηλά σε ευρωπαϊκή σύγκριση, ακόμα κι αν κάποιες επιχειρήσεις και κλάδοι πηγαίνουν καλά. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251112-1)

Σημαντικό

Αν κρατήσετε δύο νούμερα, κρατήστε αυτά: περίπου 70% του μέσου όρου της ΕΕ στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS και περίπου 18.000 ευρώ ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης. Αυτά τα δύο εξηγούν γιατί η «ανάπτυξη» δεν βιώνεται ως «ευημερία». (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250327-2) (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251112-1)


Πώς φτάσαμε εδώ: το ευρώ, η κρίση και η μακρά σκιά της προσαρμογής

Η Ελλάδα μπήκε στο ευρώ το 2001, άρα απαρνήθηκε για πάντα (όσο μένει στην ευρωζώνη) το εργαλείο της υποτίμησης για να ανακτήσει ανταγωνιστικότητα. (https://www.ecb.europa.eu/press/pr/date/2001/html/pr010102.en.html) Αυτό έχει δύο όψεις. Από τη μία κερδίζεις σταθερό νόμισμα και πρόσβαση σε βαθιές αγορές. Από την άλλη, όταν χάνεις έδαφος σε παραγωγικότητα και κόστος, δεν «διορθώνεις» με ισοτιμία. Διορθώνεις με μισθούς, φόρους, επενδύσεις, και μεταρρυθμίσεις που θέλουν χρόνο.

Η περίοδος των προγραμμάτων στήριξης ξεκίνησε το 2010 και άφησε βαθιά αποτύπωση στην αγορά εργασίας, στους μισθούς και στη δομή του κράτους. (https://www.consilium.europa.eu/en/policies/financial-assistance-eurozone-members/greece-programme/) Η έξοδος από το τρίτο πρόγραμμα το 2018 έβαλε τέλος σε μια φάση, αλλά δεν «επανέφερε» αυτόματα τους δείκτες σύγκλισης στα προ κρίσης επίπεδα. (https://www.consilium.europa.eu/en/eurogroup/president/news/2018/08/20/2018-8-20-greece-programme/)

Μετά την πανδημία, η Ευρώπη έφερε ένα νέο εργαλείο: το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF, Recovery and Resilience Facility), δηλαδή ευρωπαϊκά χρήματα με αντάλλαγμα επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Το ελληνικό σχέδιο εγκρίθηκε το 2021. (https://eur-lex.europa.eu/eli/dec_impl/2021/1279/oj/eng) Αυτό είναι κρίσιμο διότι η σύγκλιση μισθών και βιοτικού επιπέδου σε μια νομισματική ένωση απαιτεί αύξηση παραγωγικότητας, και η παραγωγικότητα απαιτεί επενδύσεις, τεχνολογία, δεξιότητες, αποτελεσματικό κράτος.


Το χρήμα ακριβαίνει: γιατί η ΕΚΤ «γράφει» στην τσέπη σας

Η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή η κεντρική τράπεζα που καθορίζει τα βασικά επιτόκια για όλη την ευρωζώνη) ανέβασε επιτόκια μετά το σοκ πληθωρισμού, ώστε να φρενάρει τις τιμές. Όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια, ακριβαίνουν τα νέα δάνεια, δυσκολεύει η αναχρηματοδότηση, και ένα μέρος της κατανάλωσης και των επενδύσεων μπαίνει «στον πάγο».

Για την Ελλάδα αυτό έχει μια επιπλέον λεπτομέρεια: οι αγορές κοιτάνε πάντα το ρίσκο χώρας. Αυτό φαίνεται στα spreads (τη διαφορά επιτοκίου ανάμεσα στο ελληνικό 10ετές ομόλογο και στο γερμανικό). Όταν το διεθνές χρήμα ακριβαίνει, οι πιο «ευαίσθητες» οικονομίες πληρώνουν συνήθως μεγαλύτερο premium. Κι ας έχει βελτιωθεί το προφίλ χρέους σε διάρκεια και σταθερότητα, το spread παραμένει δείκτης ψυχολογίας και κινδύνου. (https://www.ecb.europa.eu/press/other-publications/convergence/html/ecb.cr202406~475c2172bc.en.html?utm_source=openai)

Το αποτέλεσμα είναι διπλό: πιέζονται οι επενδύσεις (διότι το κεφάλαιο κοστίζει περισσότερο) και πιέζεται και η κατοικία (διότι τα στεγαστικά δάνεια γίνονται πιο ακριβά, ενώ τα ενοίκια δεν περιμένουν). Έτσι, η «ανάπτυξη» που έρχεται από την κατανάλωση μπορεί να εξασθενήσει γρήγορα όταν η νομισματική πολιτική σφίγγει.


Η ανάπτυξη που στηρίζεται στην κατανάλωση και «τρέχει» στο εξωτερικό έλλειμμα

Η πιο χρήσιμη ερώτηση εδώ είναι απλή: από πού ήρθε η αύξηση του ΑΕΠ μετά την πανδημία;

Οι διεθνείς συγκρίσεις και οι αναλύσεις για τη συνεισφορά των συνιστωσών του ΑΕΠ δείχνουν ένα μοτίβο: η ιδιωτική κατανάλωση είχε μεγάλο ρόλο στην ανάκαμψη, ενώ οι καθαρές εξαγωγές συχνά δεν βοήθησαν (δηλαδή οι εισαγωγές ανέβαιναν μαζί με τη ζήτηση). (https://www.oecd.org/en/publications/oecd-economic-surveys-greece-2024_a35a56b6-en/full-report/key-policy-insights_b813115e.html)

Αυτό ταιριάζει με ένα δεύτερο στοιχείο: το μερίδιο της ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι υψηλό διεθνώς, κοντά στα δύο τρίτα, άρα περίπου 66-68% σε πρόσφατα έτη. (https://tradingeconomics.com/greece/private-consumption-percentage-of-gdp-percent-wb-data.html?utm_source=openai) Στον μέσο όρο της ΕΕ, η οικονομία «πατάει» πιο πολύ σε επενδύσεις και εξαγωγές και λιγότερο στην εσωτερική κατανάλωση. Όταν μια χώρα βασίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση, δημιουργεί ανάπτυξη που συχνά χρειάζεται εισαγωγές για να εξυπηρετηθεί. Άρα μεγαλώνει το εμπορικό έλλειμμα.

Και εδώ μπαίνει το «σκληρό» κομμάτι του εξωτερικού τομέα: ποιες εισαγωγές «ρουφούν» τη ζήτηση; Μεγάλες κατηγορίες εισαγωγών για την Ελλάδα παραμένουν τα καύσιμα και τα ορυκτά, μαζί με μηχανήματα και ηλεκτρικό εξοπλισμό. (https://tradingeconomics.com/greece/imports-by-category?utm_source=openai) Τα καύσιμα είναι κλασική πηγή ευαλωτότητας (τα αγοράζεις ακριβά όταν ανεβαίνει το πετρέλαιο). Τα μηχανήματα είναι διπλής ανάγνωσης: από τη μία είναι καλό να επενδύεις σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, από την άλλη δείχνει πόσο περιορισμένη είναι η εγχώρια παραγωγική βάση σε κρίσιμες κατηγορίες.

Όταν το εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές αγαθών μείον εισαγωγές αγαθών) είναι μόνιμα ελλειμματικό, η χώρα χρειάζεται κάθε χρόνο χρηματοδότηση από το εξωτερικό. Αυτό αποτυπώνεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (current account), δηλαδή στο «ταμείο» της χώρας απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.


Το κόκκινο σηματάκι της Ευρώπης: τρέχων λογαριασμός και εξωτερική θέση

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν ένα πλαίσιο παρακολούθησης που λέγεται MIP (Macroeconomic Imbalance Procedure, δηλαδή διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών). Μέσα σε αυτό υπάρχουν «όρια» που, αν τα ξεπερνάς, σημαίνει ότι η οικονομία σου έχει συστημική ευαλωτότητα.

Ένα τέτοιο όριο είναι ο τριετής μέσος όρος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπου έλλειμμα κάτω από -4% θεωρείται προειδοποίηση. (https://economy-finance.ec.europa.eu/economic-governance-framework/macroeconomic-imbalance-procedure/scoreboard_en?utm_source=openai) Για την Ελλάδα, η επιμονή του ελλείμματος αποτελεί πρόβλημα όχι μόνο λογιστικό, αλλά και πολιτικό: όταν «δανείζεσαι» από το εξωτερικό για να καταναλώσεις, η σύγκλιση μισθών γίνεται δύσκολη χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα.

Το δεύτερο, ακόμα πιο δομικό, είναι η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση, η NIIP (Net International Investment Position). Είναι ο ισολογισμός της χώρας: τι έχει το εξωτερικό απέναντι σε εμάς, μείον τι έχουμε εμείς απέναντι στο εξωτερικό. Όταν η NIIP είναι πολύ αρνητική, η χώρα είναι «καθαρός οφειλέτης» και εκτίθεται σε αλλαγές κλίματος στις αγορές. Για την Ελλάδα, οι ευρωπαϊκές αναλύσεις επισημαίνουν πολύ αρνητικά επίπεδα NIIP, πολύ πιο χαμηλά από τα όρια που θεωρούνται ασφαλή. (https://publications.europa.eu/resource/cellar/16cb84b6-4154-11f0-b9f2-01aa75ed71a1.0001.03/DOC_1?utm_source=openai)


Ο φόρος της εργασίας ως φρένο: τι σημαίνει «tax wedge» στην πράξη

Ένας μισθός δεν είναι μόνο ο μισθός. Υπάρχει το συνολικό κόστος για τον εργοδότη και υπάρχει το καθαρό ποσό που φτάνει στον εργαζόμενο.

Ο όρος tax wedge (φορολογική σφήνα) σημαίνει το ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας που «κόβεται» από φόρους και εισφορές (φόρος εισοδήματος, εισφορές εργαζόμενου, εισφορές εργοδότη), πριν φτάσει το καθαρό ποσό στον εργαζόμενο. Στα στοιχεία του OECD, για τον «τυπικό» εργαζόμενο (single, χωρίς παιδιά, μέσος μισθός), η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στο 39% για το 2024, με ανάλυση που δείχνει σημαντικό βάρος και στις εργοδοτικές εισφορές. (https://www.oecd.org/en/publications/2025/04/taxing-wages-2025_20d1a01d/full-report/overview_715add19.html?utm_source=openai)

Ας το κάνουμε πρακτικό, σε στρογγυλή εικόνα: όταν η σφήνα είναι περίπου 40%, κάθε 100 ευρώ που κοστίζει ο εργαζόμενος στην επιχείρηση, περίπου τα 60 ευρώ φτάνουν καθαρά στον εργαζόμενο και τα 40 ευρώ πάνε σε κράτος και ασφαλιστικό σύστημα. Αυτό δεν είναι «καλό» ή «κακό» από μόνο του, χρηματοδοτεί συντάξεις, υγεία, κοινωνικές παροχές. Γίνεται πρόβλημα όταν:

  1. οι καθαρές αποδοχές είναι χαμηλές σε σχέση με τις ανάγκες (στέγη, ενέργεια, τρόφιμα),
  2. οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας και δυσκολεύονται να ανεβάσουν μισθούς,
  3. υπάρχει μεγάλο κίνητρο για παρακάμψεις (μερική απασχόληση, «μπλοκάκια», άτυπες πληρωμές), που τελικά αποδυναμώνουν και τα έσοδα και την ασφάλεια των εργαζομένων.

Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι πού υπάρχει περιθώριο να μειωθεί το μη μισθολογικό κόστος (κυρίως εισφορές) χωρίς να τιναχθεί στον αέρα η χρηματοδότηση του ασφαλιστικού. Αυτή είναι η πιο δύσκολη άσκηση δημοσιονομικά.


Το κράτος με στενό κορσέ: χρέος, κανόνες και το πραγματικό περιθώριο πολιτικής

Η Ελλάδα έχει υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και λειτουργεί σε πλαίσιο ευρωπαϊκής εποπτείας και κανόνων. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι μόνιμες παρεμβάσεις (π.χ. μεγάλες μόνιμες φορολογικές μειώσεις ή μεγάλες μόνιμες αυξήσεις δαπανών) πρέπει να «βγαίνουν» αριθμητικά, αλλιώς πληρώνεις ακριβότερα στις αγορές.

Εδώ υπάρχει ένα πολιτικό παράδοξο που εξηγεί μέρος της κοινωνικής έντασης: το κράτος χρειάζεται έσοδα, άρα επιβαρύνει την εργασία, ενώ η κοινωνία πιέζεται να αυξηθούν καθαροί μισθοί. Αν δεν ανέβει η παραγωγικότητα, η πίτα δεν μεγαλώνει αρκετά για να ικανοποιήσει και τα δύο. Το RRF είναι σχεδιασμένο ακριβώς για να χρηματοδοτήσει την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου χωρίς να φορτώσει νέο χρέος, επειδή τα κονδύλια έρχονται από ευρωπαϊκό δανεισμό και επιχορηγήσεις. (https://eur-lex.europa.eu/eli/dec_impl/2021/1279/oj/eng)


Τράπεζες: πιο υγιείς, αλλά όχι «μηχανή» μισθών

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν βελτιώσει την εικόνα τους σε σχέση με την εποχή των «κόκκινων δανείων». Αυτό βοηθάει τη σταθερότητα και μειώνει τον κίνδυνο μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Παρ’ όλα αυτά, ο μηχανισμός που ανεβάζει μόνιμα μισθούς δεν είναι η τραπεζική κερδοφορία. Είναι η χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων που δημιουργούν καλύτερες δουλειές.

Όταν η πιστωτική επέκταση κατευθύνεται υπερβολικά σε ακίνητα ή σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεν χτίζει παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Και χωρίς παραγωγικότητα, οι αυξήσεις μισθών γίνονται είτε πληθωρισμός είτε απώλεια ανταγωνιστικότητας.


Αγορές και καθημερινότητα: γιατί οι δείκτες μπορεί να «πάνε καλά» ενώ ο πολίτης ζορίζεται

Υπάρχουν περίοδοι όπου οι αγορές ηρεμούν, τα ομόλογα σταθεροποιούνται, το χρηματιστήριο ανεβαίνει, και όμως η κοινωνία παραμένει πιεσμένη. Αυτό συμβαίνει γιατί οι αγορές προεξοφλούν κέρδη και σταθερότητα, ενώ το νοικοκυριό ζει με ροές εισοδήματος, ενοίκια και τιμές.

Δύο δείκτες βοηθούν να διαβάσουμε τη διανομή:

  • Labour share (μερίδιο εργασίας): πόσο από το παραγόμενο εισόδημα της οικονομίας πηγαίνει σε αμοιβές εργασίας. Όταν αυτό μένει στάσιμο ή πέφτει, ένα μεγαλύτερο κομμάτι πηγαίνει σε κέρδη. (https://w3.unece.org/SDG/Indicator?id=30&utm_source=openai)
  • Markups/profit share (περιθώρια κέρδους): σε περιόδους πληθωρισμού και ισχυρής ζήτησης, ορισμένοι κλάδοι με ισχύ τιμολόγησης μπορούν να αυξήσουν περιθώρια, ειδικά όταν ο ανταγωνισμός είναι ατελής ή όταν υπάρχουν περιορισμοί προσφοράς. Ευρωπαϊκές αναλύσεις έχουν καταγράψει αυτή τη διάσταση στη μεταπανδημική περίοδο. (https://op.europa.eu/webpub/empl/lmwd-annual-review-report-2024/chapter2/lasting-social-effects-of-the-high-inflation-period.html?utm_source=openai)

Αυτή είναι η γέφυρα ανάμεσα στους μακροδείκτες και στο «γιατί δεν νιώθω καλύτερα»: αν ένα κομμάτι της ανάπτυξης πάει σε κέρδη και όχι σε μισθούς, και αν ταυτόχρονα η κατοικία και η ενέργεια ροκανίζουν το διαθέσιμο εισόδημα, η σύγκλιση βαλτώνει.


Η ισοτιμία που δεν ελέγχουμε, αλλά μας επηρεάζει

Η Ελλάδα δεν έχει δικό της νόμισμα. Παρ’ όλα αυτά, η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου επηρεάζει άμεσα το κόστος ενέργειας (πολλά ενεργειακά προϊόντα τιμολογούνται σε δολάρια) και έμμεσα τον τουρισμό (οι επισκέπτες από χώρες εκτός ευρώ βλέπουν την Ελλάδα ακριβότερη όταν το ευρώ είναι ισχυρό).

Συνδέεται και με το εμπορικό έλλειμμα: όταν εισάγεις ενέργεια, ένα ισχυρό ευρώ βοηθά, ένα αδύναμο ευρώ πιέζει. Κι όταν το εξωτερικό ισοζύγιο είναι ήδη ευάλωτο, κάθε κίνηση στις διεθνείς τιμές και στην ισοτιμία μετατρέπεται σε πρόβλημα πολιτικής.


Πού πάνε τα λεφτά: οι κερδισμένοι και οι χαμένοι του τωρινού μοντέλου

Η ερώτηση «ποιος κερδίζει, ποιος πληρώνει;» δεν έχει μία απάντηση. Έχει όμως καθαρά μοτίβα.

Ποιοι τείνουν να κερδίζουν

  1. Κλάδοι που απορροφούν την κατανάλωση και τον τουρισμό: όταν η ανάπτυξη έρχεται από την εσωτερική ζήτηση και τις υπηρεσίες, οι επιχειρήσεις που πουλάνε σε αυτή τη ζήτηση έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να δουν κύκλο εργασιών και περιθώρια.
  2. Ιδιοκτήτες ακινήτων: η άνοδος τιμών και ενοικίων είναι μεταφορά εισοδήματος από ενοικιαστές προς ιδιοκτήτες. Αυτό δεν είναι «ηθική κρίση», είναι οικονομικός μηχανισμός.
  3. Επιχειρήσεις με ισχύ τιμολόγησης: σε ένα περιβάλλον όπου οι μισθοί δεν ανεβαίνουν με τον ίδιο ρυθμό, το περιθώριο να «περάσουν» αυξήσεις τιμών μπορεί να οδηγεί σε υψηλότερα κέρδη, κάτι που έχει απασχολήσει ευρωπαϊκές αναλύσεις για την περίοδο πληθωρισμού. (https://op.europa.eu/webpub/empl/lmwd-annual-review-report-2024/chapter2/lasting-social-effects-of-the-high-inflation-period.html?utm_source=openai)

Ποιοι τείνουν να χάνουν

  1. Μισθωτοί χαμηλών και μεσαίων αποδοχών: διότι οι καθαρές αποδοχές πιέζονται από τη φορολογική σφήνα και από το κόστος ζωής, ενώ η ευρωπαϊκή σύγκλιση μισθών παραμένει αργή. (https://www.oecd.org/en/publications/2025/04/taxing-wages-2025_20d1a01d/full-report/overview_715add19.html?utm_source=openai) (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251112-1)
  2. Ενοικιαστές και νέα νοικοκυριά: η κατοικία λειτουργεί σαν «δεύτερος φόρος» που δεν τον ορίζει η κυβέρνηση, τον ορίζει η αγορά και η προσφορά κατοικιών.
  3. Μικρές επιχειρήσεις: ειδικά όσες δεν έχουν πρόσβαση σε φθηνό κεφάλαιο, δεν μπορούν να επενδύσουν σε τεχνολογία και άρα μένουν εγκλωβισμένες σε χαμηλή παραγωγικότητα. Αυτό τις κρατάει σε χαμηλούς μισθούς και χαμηλά περιθώρια.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: όσο η οικονομία στηρίζεται σε κατανάλωση και υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, η κοινωνία θα βλέπει «ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση». Ταυτόχρονα, το εξωτερικό έλλειμμα θα λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι αυτή η ανάπτυξη δεν είναι πλήρως χρηματοδοτήσιμη χωρίς ρίσκο. (https://economy-finance.ec.europa.eu/economic-governance-framework/macroeconomic-imbalance-procedure/scoreboard_en?utm_source=openai)


Τι να παρακολουθούμε από εδώ και πέρα (2026 ως σημείο καμπής)

Υπάρχουν τρία «ταμπλό» που δείχνουν αν αλλάζει το έργο.

  1. Επενδύσεις και παραγωγικότητα: όχι μόνο πόσο επενδύουμε, αλλά πού. Το RRF είναι κλειδί, επειδή στοχεύει σε μετασχηματισμό και όχι σε απλή τόνωση ζήτησης. (https://eur-lex.europa.eu/eli/dec_impl/2021/1279/oj/eng)
  2. Εξωτερικό ισοζύγιο: αν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μένει επίμονα κάτω από τα ευρωπαϊκά όρια προειδοποίησης, αυξάνει η ευαλωτότητα σε διεθνή σοκ. (https://economy-finance.ec.europa.eu/economic-governance-framework/macroeconomic-imbalance-procedure/scoreboard_en?utm_source=openai)
  3. Μερίδιο εργασίας και μισθοί σε πραγματικούς όρους: αν το labour share δεν ανεβαίνει και οι μισθοί δεν κλείνουν την ψαλίδα με την ΕΕ, το πολιτικό πρόβλημα θα βαθύνει, ανεξάρτητα από το τι δείχνει το ΑΕΠ. (https://w3.unece.org/SDG/Indicator?id=30&utm_source=openai) (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251112-1)

Η Ελλάδα ζει μέσα σε μια νομισματική ένωση, με κανόνες και με αγορές που βαθμολογούν καθημερινά τον κίνδυνο. Αυτό σημαίνει ότι η σύγκλιση θα έρθει μόνο αν η ανάπτυξη αλλάξει χαρακτήρα: λιγότερο «καταναλώνω άρα μεγαλώνω», περισσότερο «επενδύω άρα πληρώνω καλύτερα». Τα στοιχεία για τη σύνθεση της ανάπτυξης δείχνουν προς το παρόν ότι η μετάβαση δεν έχει ολοκληρωθεί. (https://www.oecd.org/en/publications/oecd-economic-surveys-greece-2024_a35a56b6-en/full-report/key-policy-insights_b813115e.html) (https://tradingeconomics.com/greece/private-consumption-percentage-of-gdp-percent-wb-data.html?utm_source=openai)

Και τελικά, αυτός είναι ο πυρήνας της έκθεσης που άνοιξε ξανά τη συζήτηση: το χάσμα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλο και η ταχύτητα σύγκλισης είναι μικρή. Όσο το κόστος χρήματος παραμένει ψηλά, όσο η εργασία φορολογείται βαριά σε σχέση με το καθαρό αποτέλεσμα στην τσέπη, και όσο η χώρα χρειάζεται να εισάγει για να καταναλώσει, η σύγκλιση θα μοιάζει με μαραθώνιο χωρίς τερματισμό. (https://www.ecb.europa.eu/press/other-publications/convergence/html/ecb.cr202406~475c2172bc.en.html?utm_source=openai) (https://www.oecd.org/en/publications/2025/04/taxing-wages-2025_20d1a01d/full-report/overview_715add19.html?utm_source=openai) (https://publications.europa.eu/resource/cellar/16cb84b6-4154-11f0-b9f2-01aa75ed71a1.0001.03/DOC_1?utm_source=openai)

Πώς σου φάνηκε το άρθρο;

Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι

Πώς γράφτηκε
Μοντέλο:
μη διαθέσιμο
Δημιουργήθηκε:
μη διαθέσιμο
Εκτέλεση pipeline:
μη διαθέσιμο
Υδατόσημο:
SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
Ανθρώπινη επιμέλεια:
Καμία πριν τη δημοσίευση
Μάθετε περισσότερα για τη μεθοδολογία μας