ΕΕ: Η «επανάσταση της απλούστευσης» και το κρυφό κόστος της ταχύτητας

Νομοθετικός όγκος σε κίνηση
Σύνθεση εικόνας · tobriefEU Commission Accused of Major Deregulation Push via «Omnibus» Laws Favoring Corporate Lobbies
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (η ΕΕ, δηλαδή η κοινή αγορά και το κοινό νομικό πλαίσιο 27 χωρών) μπαίνει σε μια φάση που αλλάζει την ισορροπία ανάμεσα σε τρία πράγματα που μέχρι τώρα πήγαιναν μαζί: ανταγωνιστικότητα, πράσινη μετάβαση και κανόνες διαφάνειας. Το εργαλείο που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (η «κυβέρνηση» της ΕΕ, με δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας) είναι τα λεγόμενα «omnibus» νομοθετικά πακέτα: μεγάλα πακέτα που δένουν πολλές αλλαγές σε έναν ενιαίο φάκελο, με στόχο να περάσουν γρήγορα και «μια κι έξω».
Το 2025, αυτή η πρακτική απογειώθηκε: καταγράφηκαν δέκα πακέτα «απλούστευσης» (https://www.consilium.europa.eu/en/policies/simplification/). Κάποια από αυτά αφορούν τεχνικές λεπτομέρειες, άλλα όμως αγγίζουν τον πυρήνα του «ευρωπαϊκού μοντέλου» όπως το γνωρίσαμε μετά την κρίση χρέους και την κλιματική στροφή: υποχρεωτική εταιρική διαφάνεια για περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους, υποχρεώσεις ελέγχου στις εφοδιαστικές αλυσίδες, κανόνες που λειτουργούν ως «ασφάλεια» για καταναλωτές, εργαζόμενους και επενδυτές.
Η σύγκρουση, πρακτικά, είναι ποιος θα πληρώνει το κόστος προσαρμογής. Θα το πληρώνουν οι επιχειρήσεις μέσω συμμόρφωσης, ή θα το πληρώνουν οι κοινωνίες μέσω μεγαλύτερων ρίσκων (περιβάλλον, υγεία, εργασιακά, χρηματοπιστωτική αστάθεια); Και κυρίως: ποιος αποφασίζει με ποια διαδικασία.
Πώς φτάσαμε ως εδώ: από το «better regulation» στη «βιομηχανική επιτάχυνση»
Η «απλούστευση» δεν είναι καινούργια λέξη στις Βρυξέλλες. Από τη δεκαετία του 1990, η ΕΕ μιλά για αναλογικότητα και επικουρικότητα (δηλαδή ότι η ΕΕ ρυθμίζει μόνο όταν έχει νόημα να ρυθμίσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο), καθώς και για περιορισμό περιττής γραφειοκρατίας (https://aei.pitt.edu/archive/00001445/). Το 2002 η Επιτροπή έβαλε πιο στέρεα θεμέλια, συνδέοντας την απλούστευση με αξιολόγηση επιπτώσεων (impact assessment, δηλαδή μελέτες που εκτιμούν τι θα κερδηθεί και τι θα χαθεί) και με διαβούλευση (https://eur-lex.europa.eu/legislation_summaries/institutional_affairs/decisionmaking_process/l10108_mt.htm). Το 2015, το «Better Regulation» έγινε σχεδόν δόγμα: περισσότερη διαφάνεια, πιο συστηματική αξιολόγηση, λιγότερα «τυφλά» νομοθετήματα (https://commission.europa.eu/law/law-making-process/better-regulation_en).
Την ώρα όμως που η ΕΕ μιλούσε για καλύτερη νομοθέτηση, η πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας άλλαζε πίστα. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη πιέζεται από τρεις πλευρές:
- Ενέργεια και πληθωρισμός: η ενεργειακή κρίση έδειξε πόσο ακριβό γίνεται το σοκ όταν εξαρτάσαι από εισαγωγές.
- Γεωπολιτική και άμυνα: η ασφάλεια ξαναμπαίνει στον προϋπολογισμό και στις προτεραιότητες.
- Ανταγωνισμός από ΗΠΑ και Κίνα: οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, δημόσιες προμήθειες και δασμούς ως βιομηχανική πολιτική.
Στο πολιτικό επίπεδο, αυτή η πίεση «κλείδωσε» με μια ρητή εντολή ανταγωνιστικότητας. Η Διακήρυξη της Βουδαπέστης μίλησε για «επανάσταση απλούστευσης» ως γραμμή πλεύσης (https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2024/11/08/the-budapest-declaration/). Λίγους μήνες μετά, η Επιτροπή παρουσίασε την «Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας» (Competitiveness Compass), που έβαλε τα omnibus ως μηχανισμό επιτάχυνσης και μείωσης βαρών (https://commission.europa.eu/news/steering-eu-towards-greater-sustainable-competitiveness-2025-01-29_en). Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η Ευρώπη θέλει να τρέξει.
Το πολιτικό πρόβλημα ξεκινά όταν το «τρέξιμο» γίνεται συνώνυμο του «κόβω γωνίες».
Τι είναι ένα «omnibus» και γιατί προκαλεί πολιτικό καβγά
Omnibus πακέτο σημαίνει ότι πολλά, συχνά άσχετα μεταξύ τους, νομοθετικά σημεία μπαίνουν σε ένα κοινό κείμενο. Έτσι, ευρωβουλευτές και κράτη-μέλη καλούνται να ψηφίσουν «πακέτο». Αυτό έχει δύο αποτελέσματα:
- Μειώνει την ικανότητα ουσιαστικού ελέγχου (scrutiny) ανά άρθρο και ανά τομέα.
- Δημιουργεί «εκβιασμό ψήφου»: αν συμφωνείς με το 70% αλλά διαφωνείς με το 30%, πρέπει να αποφασίσεις αν θα καταπιείς το 30% για να πάρεις το 70%.
Η Επιτροπή και κυβερνήσεις που στηρίζουν τη γραμμή λένε ότι αυτό είναι αναγκαίο επειδή οι επιχειρήσεις «πνίγονται» από υποχρεώσεις, ειδικά οι μικρομεσαίες (ΜμΕ), και επειδή ο ανταγωνισμός από ΗΠΑ και Κίνα δεν περιμένει. Η αντίθετη πλευρά βλέπει μια συνειδητή απορρύθμιση που περνά με διαδικασίες υψηλής ταχύτητας, άρα με χαμηλότερη λογοδοσία.
Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια (European Ombudsman, ανεξάρτητος θεσμός που ελέγχει κακοδιοίκηση στα όργανα της ΕΕ) κατέληξε σε εύρημα «maladministration» (κακοδιοίκηση) για τη χρήση επίκλησης «επείγοντος» χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και χωρίς τα συνήθη εργαλεία διαβούλευσης και αξιολόγησης (https://www.reuters.com/sustainability/boards-policy-regulation/eu-watchdog-accuses-commission-lack-transparency-urgent-proposals-2025-11-27/).
Αυτό είναι θεσμικά βαρύ. Διότι η «ποιότητα διαδικασίας» στην ΕΕ είναι μέρος της οικονομίας της. Επηρεάζει εμπιστοσύνη, προβλεψιμότητα, κόστος κεφαλαίου, επενδύσεις.
Τι αλλάζει ουσιαστικά: το παράδειγμα του Omnibus I
Το πιο χαρακτηριστικό πεδίο είναι το Omnibus I, που μπήκε ως «απλούστευση» των κανόνων βιωσιμότητας. Εδώ χρειάζεται να εξηγήσουμε τρεις όρους από το μηδέν:
- CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive): Οδηγία που υποχρεώνει μεγάλες επιχειρήσεις και εισηγμένες να δημοσιεύουν έκθεση βιωσιμότητας με τυποποιημένα στοιχεία (περιβάλλον, εργασιακά, εταιρική διακυβέρνηση). Στόχος: να γίνουν συγκρίσιμα τα δεδομένα, ώστε τράπεζες, επενδυτές και κοινωνία να ξέρουν τι ρίσκο χρηματοδοτούν.
- CSDDD (Corporate Sustainability Due Diligence Directive): Οδηγία που υποχρεώνει πολύ μεγάλες επιχειρήσεις να κάνουν δέουσα επιμέλεια (due diligence, δηλαδή έλεγχο κινδύνων και παραβιάσεων) στις εφοδιαστικές αλυσίδες τους, για ανθρώπινα δικαιώματα και περιβάλλον.
- EU Taxonomy: Κανονισμός που ορίζει τι θεωρείται «πράσινη» οικονομική δραστηριότητα, ώστε να μη βαφτίζεται «πράσινο» ό,τι απλώς βολεύει (greenwashing).
Στις 26/2/2025 η Επιτροπή κατέθεσε Omnibus I και II, με κεντρική ιδέα «διοικητική ελάφρυνση» και αλλαγές σε CSRD, CSDDD, Taxonomy και CBAM (ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα, δηλαδή ένας τρόπος να πληρώνουν κόστος CO2 κάποια εισαγόμενα προϊόντα) (https://finance.ec.europa.eu/news/commission-simplifies-rules-sustainability-and-eu-investments-delivering-over-eu6-billion-2025-02-26_en).
Μετά ήρθε το «stop-the-clock» (πάγωμα προθεσμιών). Η λογική είναι απλή: αλλάζεις το πλαίσιο και, μέχρι να αποφασίσεις τις τελικές αλλαγές, παγώνεις τις ημερομηνίες ώστε να μη δημιουργηθεί χάος συμμόρφωσης. Το Συμβούλιο (τα κράτη-μέλη) έδωσε τελικό πράσινο φως τον Απρίλιο 2025 (https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/04/14/simplification-council-gives-final-green-light-on-the-stop-the-clock-mechanism-to-boost-eu-competitiveness-and-provide-legal-certainty-to-businesses/) και η αλλαγή δημοσιεύτηκε ως Οδηγία (ΕΕ) 2025/794 (https://www.eumonitor.eu/9353000/1/j9vvik7m1c3gyxp/vmmm40d3rkyo).
Στο τέλος του 2025 κλείδωσε και το πολιτικό «ζουμί» του συμβιβασμού: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε συμφωνία που πάει την CSRD σε πολύ στενότερο πεδίο εφαρμογής (επιχειρήσεις με πάνω από 1.000 εργαζόμενους και πάνω από 450 εκατ. ευρώ κύκλο εργασιών) και κάνει την CSDDD ακόμη πιο περιορισμένη (πάνω από 5.000 εργαζόμενους και 1,5 δισ. ευρώ τζίρο), με εφαρμογή του due diligence από 7/2029 (https://www.europarl.europa.eu/news/en/press-room/20251211IPR32164/simplified-sustainability-reporting-and-due-diligence-rules-for-businesses). Το Συμβούλιο επιβεβαίωσε το deal (https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/12/09/council-and-parliament-strike-a-deal-to-simplify-sustainability-reporting-and-due-diligence-requirements-and-boost-eu-competitiveness/).
Αυτά τα νούμερα δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε «πολλές χιλιάδες εταιρείες» και «πολύ λίγες εταιρείες» στην ευρωπαϊκή αγορά.
Γιατί η Επιτροπή βιάζεται: επιτόκια, δημοσιονομικοί περιορισμοί και «οικονομία χωρίς χώρο για λάθη»
Η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που καθορίζει τα επιτόκια στην ευρωζώνη) τα τελευταία χρόνια κράτησε τα επιτόκια υψηλότερα για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό. Αυτό έχει μια απλή μετάδοση: ακριβότερο χρήμα σημαίνει ακριβότερα δάνεια, άρα πιο δύσκολες επενδύσεις, ειδικά για μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις.
Σε μια τέτοια φάση, οι κυβερνήσεις έχουν δύο «κλασικά» εργαλεία για να στηρίξουν την οικονομία:
- να ρίξουν χρήμα μέσω προϋπολογισμού (επιδότηση, δημόσιες επενδύσεις),
- ή να μειώσουν κόστος και εμπόδια (ρυθμιστικό βάρος).
Το πρόβλημα στην ΕΕ είναι ότι το πρώτο εργαλείο είναι πολιτικά και θεσμικά δύσκολο. Πολλά κράτη έχουν υψηλά χρέη, άρα περιορισμένη δυνατότητα να κάνουν μεγάλα πακέτα χωρίς να πιεστούν τα ομόλογά τους. Η Ελλάδα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: με πολύ υψηλό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, η χώρα ζει με το βλέμμα των αγορών πάνω της. Σε αυτό το περιβάλλον, η «απλούστευση» γίνεται το πολιτικά πιο εύκολο υποκατάστατο της δημοσιονομικής επέκτασης.
Το ερώτημα είναι αν η απλούστευση γίνεται με τρόπο που κρατά την εμπιστοσύνη ή με τρόπο που τη διαβρώνει.
Η εξωτερική πίεση από τις ΗΠΑ: δασμοί, προμήθειες, βιομηχανική πολιτική
Στην αφήγηση των Βρυξελλών, υπάρχει και ένας εξωτερικός «μπαμπούλας»: ο κίνδυνος πιο επιθετικής αμερικανικής εμπορικής πολιτικής. Οι δασμολογικές απειλές και η αμερικανική τάση για «America First» εργαλεία λειτουργούν ως επιχείρημα ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει γρήγορα «τα του οίκου της».
Αυτό δεν είναι θεωρία. Υπάρχει και η αντίθετη φωνή των αγορών: ένας συνασπισμός επενδυτών με υπό διαχείριση κεφάλαια περίπου 6,6 τρισ. ευρώ προειδοποίησε την ΕΕ να μην αποδυναμώσει τους πράσινους κανόνες, ακριβώς επειδή οι επενδύσεις χρειάζονται σταθερά και συγκρίσιμα δεδομένα (https://www.reuters.com/markets/europe/investors-with-6-trillion-euros-warn-eu-not-weaken-green-rules-2025-02-03/).
Άρα η πίεση είναι διπλή:
- από τη μία, «κόψτε κόστος για να αντέξει η βιομηχανία»,
- από την άλλη, «κρατήστε κανόνες διαφάνειας για να χρηματοδοτηθεί η μετάβαση».
Η ισορροπία δεν είναι αυτονόητη.
Τι σημαίνει αυτό για τράπεζες και χρηματοδότηση: λιγότερα δεδομένα, μεγαλύτερη ασυμμετρία πληροφορίας
Οι τράπεζες δανείζουν με βάση τον κίνδυνο. Οι επενδυτές αγοράζουν μετοχές και ομόλογα με βάση το ρίσκο και τις προοπτικές. Όταν η αγορά έχει λιγότερα αξιόπιστα δεδομένα, ανεβαίνει η ασυμμετρία πληροφορίας (δηλαδή κάποιοι ξέρουν, κάποιοι δεν ξέρουν). Σε τέτοιες συνθήκες, συνήθως συμβαίνουν δύο πράγματα:
- Το χρήμα ακριβαίνει για τους «μη ξεκάθαρους», επειδή ο δανειστής ζητά μεγαλύτερο επιτόκιο ως ασφάλιστρο κινδύνου.
- Οι ισχυροί παίκτες με καλύτερη πρόσβαση σε πληροφορία και συμβούλους βγαίνουν κερδισμένοι.
Με άλλα λόγια, η μείωση υποχρεωτικής αναφοράς μπορεί να εμφανιστεί ως «ελάφρυνση γραφειοκρατίας», αλλά να μετατραπεί σε «άτυπο κόστος» μέσω τραπεζών και εφοδιαστικών αλυσίδων. Μια ελληνική ΜμΕ που βγαίνει εκτός υποχρέωσης CSRD, μπορεί να συνεχίσει να δίνει δεδομένα ESG (Environmental, Social, Governance, δηλαδή περιβάλλον, κοινωνία, διακυβέρνηση) επειδή:
- η τράπεζα θα τα ζητά για χρηματοδότηση,
- ο μεγάλος πελάτης θα τα ζητά για να καλύψει τις δικές του υποχρεώσεις και τους δικούς του κινδύνους.
Απλώς, θα τα δίνει χωρίς τη «μία ενιαία ευρωπαϊκή φόρμα». Θα τα δίνει με διαφορετικά templates, διαφορετικές απαιτήσεις, διαφορετικά audits. Αυτό σπάνια μειώνει κόστος σε καθαρούς όρους. Συχνά το μεταφέρει.
Πού πάνε τα λεφτά: κερδισμένοι και χαμένοι σε ευρωπαϊκή κλίμακα
Σε τέτοιες ιστορίες, το «follow the money» είναι πιο χρήσιμο από τα συνθήματα.
Ποιοι κερδίζουν βραχυπρόθεσμα
- Μεγάλοι εταιρικοί όμιλοι που είχαν υψηλό κόστος συμμόρφωσης και πίεζαν για αναβολές, λιγότερα data points και στενότερο scope. Εδώ μιλάμε για κλάδους όπως αυτοκινητοβιομηχανία, ενέργεια, χημικά, βαριά βιομηχανία, όπου οι απαιτήσεις βιωσιμότητας επηρεάζουν επενδυτικές αποφάσεις και λειτουργικές πρακτικές.
- Συμβουλευτικές και νομικές υπηρεσίες που, παραδόξως, τρέφονται και από τις δύο κατευθύνσεις: και από την αρχική συμμόρφωση και από το «ξαναγράψιμο» του πλαισίου. Κάθε νέα μεταβατική περίοδος σημαίνει νέα έργα.
- Κυβερνήσεις που θέλουν να πουλήσουν πολιτικά «ανακούφιση» προς επιχειρήσεις χωρίς να ανοίξουν τον προϋπολογισμό.
Ποιοι χάνουν ή αναλαμβάνουν ρίσκο
- Εργαζόμενοι και κοινότητες σε αδύναμες αλυσίδες: όταν το due diligence γίνεται πιο στενό, μειώνονται οι υποχρεώσεις ελέγχου σε βάθος χρόνου και σε βάθος αλυσίδας. Η ζημιά δεν μετριέται εύκολα σε ευρώ στο Excel της Επιτροπής, αλλά είναι πραγματική.
- Καταναλωτές και δημόσια υγεία, όταν η γενικότερη κουλτούρα «κόβω διαδικασίες» μεταφερθεί και σε ευαίσθητους τομείς.
- Επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα που χρειάζονται συγκρίσιμα δεδομένα για να αποτιμήσουν κλιματικούς και νομικούς κινδύνους. Η προειδοποίηση των επενδυτών δείχνει ότι η αγορά δεν ζητά πάντα απορρύθμιση, ζητά συχνά καθαρούς κανόνες (https://www.reuters.com/markets/europe/investors-with-6-trillion-euros-warn-eu-not-weaken-green-rules-2025-02-03/).
Ελλάδα: το άμεσο όφελος για ΜμΕ και το μεσοπρόθεσμο ρίσκο για χρηματοδότηση και εξαγωγές
Η Ελλάδα είναι οικονομία ΜμΕ. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε όριο τύπου «1.000 εργαζόμενοι και 450 εκατ. ευρώ τζίρος» αφήνει τη συντριπτική πλειονότητα εκτός υποχρεωτικής αναφοράς. Σε πρώτη ανάγνωση, αυτό ακούγεται σαν καθαρό κέρδος: λιγότερα έξοδα για συμβούλους, λιγότερες ώρες διοίκησης, λιγότερη γραφειοκρατία.
Όμως η ελληνική οικονομία έχει τρία χαρακτηριστικά που κάνουν το θέμα πιο σύνθετο:
- Εξάρτηση από τραπεζική χρηματοδότηση: οι ελληνικές ΜμΕ δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε κεφαλαιαγορές. Αν οι τράπεζες ζητούν ESG δεδομένα για να τιμολογήσουν τον κίνδυνο (και το κάνουν όλο και περισσότερο), τότε η μείωση υποχρεωτικής αναφοράς δεν σημαίνει αυτόματα μηδενικό κόστος. Σημαίνει διαφορετικό κανάλι κόστους.
- Εξάρτηση από εφοδιαστικές αλυσίδες της ΕΕ: μια ελληνική επιχείρηση που πουλά ως προμηθευτής σε μεγάλη γερμανική ή γαλλική βιομηχανία, θα συνεχίσει να πιέζεται να δώσει στοιχεία, ακόμη κι αν η ίδια δεν υποχρεώνεται τυπικά.
- Αξία «μάρκας χώρας» σε τουρισμό και τρόφιμα: όταν πουλάς ήλιο, θάλασσα και «μεσογειακή ποιότητα», οι κανόνες περιβάλλοντος και ασφάλειας τροφίμων δεν είναι ιδεολογία, είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Spreads και «θεσμικό ρίσκο»
Τα spreads (η διαφορά επιτοκίου μεταξύ ελληνικών και γερμανικών ομολόγων) δεν κουνιούνται από μια οδηγία βιωσιμότητας. Κουνιούνται όμως από το συνολικό αφήγημα θεσμικής σταθερότητας στην ευρωζώνη. Όταν η ΕΕ εμφανίζεται να νομοθετεί με fast-track πακέτα και όταν ο Ombudsman μιλά για κακοδιοίκηση, το μήνυμα προς τις αγορές είναι «περισσότερη αβεβαιότητα για το πού πάει το πλαίσιο» (https://www.reuters.com/sustainability/boards-policy-regulation/eu-watchdog-accuses-commission-lack-transparency-urgent-proposals-2025-11-27/).
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που έχει πληρώσει ακριβά την απώλεια εμπιστοσύνης στο παρελθόν, η ευρωπαϊκή θεσμική αξιοπιστία λειτουργεί σαν ομπρέλα. Αν η ομπρέλα τρυπήσει, τα πιο ευάλωτα κράτη το νιώθουν πρώτα, έστω και έμμεσα.
Τουρισμός και περιβάλλον
Ο τουρισμός στην Ελλάδα είναι προϊόν φυσικού κεφαλαίου. Όσο πιο αδύναμοι γίνονται οι κανόνες που προστατεύουν νερό, ακτές, βιοποικιλότητα, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος υποβάθμισης του βασικού «asset». Αυτό δεν είναι άμεσος λογαριασμός στο 2026, είναι όμως καθαρό οικονομικό ρίσκο στον ορίζοντα δεκαετίας.
Ναυτιλία και παγκόσμιες ροές
Η ναυτιλία ζει από το εμπόριο. Αν η παγκόσμια οικονομία πάει προς προστατευτισμό (δασμοί, προμήθειες τύπου «αγόραζε εγχώρια») τότε η ροή εμπορευμάτων αλλάζει. Η ΕΕ χρησιμοποιεί την ανταγωνιστικότητα ως άμυνα σε αυτό το σενάριο. Το ζήτημα είναι αν η άμυνα θα γίνει με επενδύσεις (δύσκολο δημοσιονομικά) ή με απορρύθμιση (εύκολο πολιτικά).
Το «πακέτο» ως πολιτική οικονομία: ποιος έχει πρόσβαση, ποιος μένει απέξω
Η διαμάχη για τα omnibus δεν είναι μόνο ουσία, είναι και διαδικασία. Όταν δένεις πολλά αντικείμενα μαζί, το lobbying (η άσκηση πίεσης) έχει πλεονέκτημα: οι μεγάλοι παίκτες έχουν ομάδες που μπορούν να παρακολουθούν 50 άρθρα ταυτόχρονα. Μια μικρή οργάνωση καταναλωτών ή ένα μικρό συνδικάτο δεν έχει αυτή τη δυνατότητα.
Γι’ αυτό και η έναρξη έρευνας από την Ombudsman τον Μάιο 2025 αποτέλεσε σημείο καμπής (https://www.reuters.com/sustainability/climate-energy/eu-watchdog-launches-inquiry-into-commissions-easing-green-rules-2025-05-23/). Το επιχείρημα δεν ήταν «διαφωνώ πολιτικά». Ήταν «δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της ίδιας της ΕΕ για το πώς φτιάχνεις κανόνες».
Τα δεδομένα θέλουν έλεγχο: τι μετράμε όταν λέμε «μείωση βαρών»
Σε τέτοιες συζητήσεις, κυκλοφορούν συνήθως μεγάλοι αριθμοί τύπου «εξοικονομούμε δισεκατομμύρια». Χρειάζεται προσοχή:
- Οι εκτιμήσεις διοικητικού κόστους συχνά αφορούν λογιστικό κόστος συμμόρφωσης, όχι το κόστος κινδύνου από λιγότερη διαφάνεια.
- Οι εξοικονομήσεις είναι συνήθως ονομαστικές (τρέχουσες τιμές), όχι αποπληθωρισμένες. Σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού, αυτό έχει σημασία.
- Ο μέσος όρος μπορεί να κρύβει την κατανομή: μια πολυεθνική μπορεί να «κερδίζει» εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ από μειωμένες υποχρεώσεις, ενώ μια μικρή εταιρεία να μην αλλάζει σχεδόν τίποτα.
Αν το αποτέλεσμα είναι λιγότερη διαφάνεια, τότε η αγορά θα βρει άλλους τρόπους να ζητήσει πληροφορίες (μέσω τραπεζών, πελατών, ασφαλιστικών). Αυτό το κόστος εμφανίζεται αλλού, άρα δεν εξαφανίζεται.
Τι να παρακολουθούμε το 2026: τα ορόσημα που θα δείξουν αν μιλάμε για απλούστευση ή για απορρύθμιση
Το 2026 θα κριθεί σε τρία μέτωπα:
- Η επέκταση της πρακτικής: αν τα «δέκα omnibuses» γίνουν η κανονικότητα, τότε η ΕΕ αλλάζει τρόπο νομοθέτησης, όχι απλώς κάποιους κανόνες (https://www.consilium.europa.eu/en/policies/simplification/).
- Οι delegated acts (κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις) στην ταξινομία και σε τεχνικά κριτήρια: εκεί συχνά κρύβεται η ουσία, διότι αλλάζουν «τι θεωρείται πράσινο» χωρίς μεγάλο πολιτικό θόρυβο.
- Η αντίδραση των αγορών: οι επενδυτές ήδη έχουν δείξει ότι δεν θέλουν αστάθεια στο πλαίσιο βιωσιμότητας (https://www.reuters.com/markets/europe/investors-with-6-trillion-euros-warn-eu-not-weaken-green-rules-2025-02-03/). Αν δούμε αύξηση αβεβαιότητας, αυτή θα μεταφραστεί σε κόστος κεφαλαίου.
Το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα είναι να μη βρεθεί σε «ρυθμιστικό κενό»: εκτός υποχρεώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά με άτυπες απαιτήσεις από τράπεζες και πελάτες που τελικά κοστίζουν περισσότερο και είναι λιγότερο προβλέψιμες.
Συμπέρασμα: η Ευρώπη διαλέγει εργαλείο, όχι μόνο πολιτική
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κάνει «απλούστευση» για να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα σε έναν σκληρότερο κόσμο (https://commission.europa.eu/news/steering-eu-towards-greater-sustainable-competitiveness-2025-01-29_en). Οι επικριτές βλέπουν απορρύθμιση που περνά με πακέτα, με περιορισμένο έλεγχο και με θεσμικά ελλείμματα, τα οποία ο Ombudsman ήδη υπογράμμισε (https://www.reuters.com/sustainability/boards-policy-regulation/eu-watchdog-accuses-commission-lack-transparency-urgent-proposals-2025-11-27/).
Στην οικονομία, συνήθως κερδίζει όποιος έχει χρόνο, πληροφορία και πρόσβαση. Τα omnibus, ως τεχνική, τείνουν να ευνοούν αυτούς ακριβώς τους παίκτες. Η Ελλάδα, με οικονομία ΜμΕ και με ευαισθησία σε θεσμική αξιοπιστία (λόγω χρέους και spreads), έχει συμφέρον να ζητήσει δύο πράγματα ταυτόχρονα: πραγματική απλούστευση για τους μικρούς και σταθερούς κανόνες διαφάνειας για τη χρηματοδότηση και τις εξαγωγές.
Το ερώτημα για το 2026 είναι απλό και καθόλου θεωρητικό: όταν η Ευρώπη λέει «κόβω γραφειοκρατία», κόβει πράγματι περιττό βάρος ή κόβει μηχανισμούς προστασίας που, όταν λείψουν, το κόστος επιστρέφει με άλλους λογαριασμούς; (https://finance.ec.europa.eu/news/commission-simplifies-rules-sustainability-and-eu-investments-delivering-over-eu6-billion-2025-02-26_en)
Πώς σου φάνηκε το άρθρο;
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- μη διαθέσιμο
- Δημιουργήθηκε:
- μη διαθέσιμο
- Εκτέλεση pipeline:
- μη διαθέσιμο
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση