Η «άλλη» Ελλάδα: Γιατί η ανάπτυξη δεν φτάνει στο ψυγείο μας;

Άπλετος χώρος για ανάπτυξη
Σύνθεση εικόνας · tobriefΣτοιχεία Eurostat: Στην 4η χειρότερη θέση στην ΕΕ η Ελλάδα ως προς τον κίνδυνο φτώχειας
Η Ελλάδα μπαίνει στο 2026 με μια αντίφαση που δεν «κλείνει» εύκολα σε τίτλους για ανάπτυξη και επενδυτική βαθμίδα: το 2024, το 26,9% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (ο σύνθετος δείκτης AROPE), δηλαδή περίπου 2,74 εκατ. άνθρωποι. (https://www.businessdaily.gr/oikonomia/142243_ayxisi-08-paroysiase-2024-o-plithysmos-se-kindyno-ftoheias) Στο ίδιο έτος, ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 21,0%. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250430-2) Η χώρα μας καταγράφει την 4η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, με την εικόνα να γίνεται ακόμα πιο «βαριά» όταν κοιτάξει κανείς τα παιδιά, τους νέους και τη στέγη.
Στα παιδιά (0–17), ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού φτάνει το 27,9%, επίσης 4η χειρότερη θέση στην ΕΕ. (https://gr.euronews.com/my-europe/2025/05/28/eurostat-erevna-gia-ftoxeia-kai-koinoniko-apokleismo) Στη στέγη, η Ελλάδα είναι πρώτη στην ΕΕ σε «στεγαστική υπερ-επιβάρυνση», δηλαδή στο ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για κατοικία (ενοίκιο ή δόση, λογαριασμούς, θέρμανση, βασικές δαπάνες). (https://ec.europa.eu/eurostat/web/interactive-publications/housing-2025?utm_source=openai) Και στους νέους, η πίεση αποτυπώνεται ακόμη και σε έναν δείκτη που μοιάζει κοινωνικός αλλά στην πράξη είναι καθαρά οικονομικός: η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό σπίτι είναι 30,7 έτη. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250923-1)
Όταν 3 στα 10 νοικοκυριά πληρώνουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη, η φτώχεια παύει να είναι μόνο «έλλειψη εισοδήματος». Γίνεται θέμα αγοράς κατοικίας, τραπεζικού κόστους, τουρισμού, φορολογίας και (τελικά) πολιτικής επιλογής.
Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο στα ποσοστά. Είναι στο τι λένε για το πώς «περνά» η μακροοικονομική ανάκαμψη από την οικονομία των αριθμών στην οικονομία της καθημερινότητας, δηλαδή στο ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει.
Τι μετράει το AROPE και γιατί έχει σημασία (χωρίς τεχνικές παγίδες)
Ο δείκτης AROPE (At Risk of Poverty or Social Exclusion) δεν είναι ένας αριθμός που «βγαίνει» από έναν μόνο κανόνα. Η Eurostat τον χτίζει από τρεις συνιστώσες. Ένας πολίτης μπαίνει στο AROPE αν ισχύει έστω μία από τις τρεις: (α) βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας με βάση το εισόδημα, (β) βιώνει σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, (γ) ζει σε νοικοκυριό με πολύ χαμηλή εργασιακή ένταση. (https://data.stat.gov.lv/pxweb/en/OSP_PUB/START__POP__NN__NNR/NNR132?utm_source=openai) Η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση μετριέται με συγκεκριμένη «λίστα» αδυναμιών (π.χ. αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών), άρα δεν είναι αίσθηση αλλά αποτύπωση συνθηκών. (https://data.stat.gov.lv/sq/349?utm_source=openai)
Το κομμάτι του εισοδήματος, που συχνά γίνεται πρωτοσέλιδο ως «φτώχεια», έχει δύο τεχνικές λεπτομέρειες που αλλάζουν την ανάγνωση:
-
Το όριο είναι σχετικό: κίνδυνος φτώχειας σημαίνει εισόδημα κάτω από το 60% της εθνικής διάμεσης ισοδύναμης διαθέσιμης εισοδηματικής μονάδας. «Διάμεση» σημαίνει το μεσαίο σημείο: οι μισοί έχουν παραπάνω, οι μισοί λιγότερο. Αυτό έχει σημασία γιατί ο μέσος όρος μπορεί να «φουσκώνει» από πολύ υψηλά εισοδήματα και να κρύβει τη θέση του «τυπικού» νοικοκυριού. (https://data.stat.gov.lv/pxweb/en/OSP_PUB/START__POP__NN__NNR/NNR132?utm_source=openai)
-
Το εισόδημα “ισοδυναμίζεται”: η Eurostat δεν συγκρίνει ένα ζευγάρι με δύο παιδιά με έναν εργένη «στα ίσα». Χρησιμοποιεί την κλίμακα ισοδυναμίας (modified OECD scale), όπου ο πρώτος ενήλικας μετρά 1,0, ο δεύτερος 0,5 και κάθε παιδί 0,3. (https://www.ons.gov.uk/peoplepopulationandcommunity/personalandhouseholdfinances/incomeandwealth/compendium/familyspending/2014-12-02/chapter3equivalisedincomemd?utm_source=openai) Άρα, ο ίδιος μισθός δεν σημαίνει το ίδιο βιοτικό επίπεδο σε διαφορετικά νοικοκυριά.
Πέρα από αυτά, υπάρχει και μια πρακτική λεπτομέρεια που συχνά χάνεται: οι μετρήσεις AROPE για το 2024 στηρίζονται σε εισοδήματα του προηγούμενου έτους (δηλαδή του 2023). (https://www.businessdaily.gr/oikonomia/142243_ayxisi-08-paroysiase-2024-o-plithysmos-se-kindyno-ftoheias) Σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού, αυτό έχει σημασία, διότι τα εισοδήματα «μετριούνται» όταν οι τιμές έχουν ήδη τρέξει.
Από πού ξεκινά η μέτρηση και πού κολλάει η πολιτική
Η ΕΕ μετρά συστηματικά εισόδημα και συνθήκες διαβίωσης μέσω του πλαισίου EU‑SILC (European Union Statistics on Income and Living Conditions), το οποίο έχει νομική βάση ήδη από το 2003. (https://eur-lex.europa.eu/EN/legal-content/summary/eu-statistics-on-income-and-living-conditions.html) Έπειτα, η ΕΕ έβαλε τη μείωση φτώχειας στο κέντρο των στόχων της (αρχικά με τη στρατηγική Europe 2020 και στη συνέχεια με τους κοινωνικούς στόχους 2030). Σήμερα, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ο στόχος είναι να μειωθούν έως το 2030 οι άνθρωποι σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κατά 15 εκατομμύρια στην ΕΕ, με ειδική αναφορά και στα παιδιά. (https://www.etf.europa.eu/en/news-and-events/news/2030-social-targets-glance)
Αυτό το πλαίσιο έχει πρακτική συνέπεια για την Ελλάδα: οι συγκρίσεις δεν είναι «πολιτικές», είναι θεσμικά ενσωματωμένες. Όταν η χώρα καταγράφεται 4η χειρότερη, αυτό δεν είναι αφήγημα αντιπολίτευσης ή κυβέρνησης. Είναι θέση σε ένα κοινό ευρωπαϊκό ταμπλό.
Γιατί η «ανάκαμψη» δεν κατεβαίνει ισότιμα στο πορτοφόλι
Η ελληνική οικονομία έχει βελτιώσει σειρά μακροδεικτών τα τελευταία χρόνια: περισσότερη απασχόληση, ισχυρότερη τουριστική ζήτηση, καλύτερη εικόνα στις αγορές ομολόγων σε σχέση με την περίοδο κρίσης. Παρ’ όλα αυτά, η κοινωνική εικόνα παραμένει βαριά. Αυτό συμβαίνει όταν η ανάπτυξη λειτουργεί σαν ασανσέρ που ανεβάζει ορόφους αλλά δεν χωράει όλους.
Τρεις μηχανισμοί εξηγούν μεγάλο μέρος της απόκλισης:
Πρώτον, ο πληθωρισμός χτύπησε ασύμμετρα. Οι αυξήσεις τιμών σε τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες δεν «πονούν» όλους το ίδιο. Ένας μισθός 900 ευρώ που αυξάνεται ονομαστικά κατά 5% μπορεί να έχει μικρότερη πραγματική αξία (δηλαδή αγοραστική δύναμη) αν το καλάθι βασικών δαπανών αυξηθεί περισσότερο. Αυτό είναι ο πυρήνας της διαφοράς μεταξύ ονομαστικού και πραγματικού εισοδήματος.
Δεύτερον, η αύξηση επιτοκίων πέρασε στη στέγη και στο χρέος των νοικοκυριών. Η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που καθορίζει τα επιτόκια στην ευρωζώνη) ανέβασε τα επιτόκια για να κόψει τον πληθωρισμό. Αυτό μειώνει τη ζήτηση συνολικά, αλλά ανεβάζει και το κόστος του χρήματος: δόσεις στεγαστικών, κόστος νέων δανείων, επιχειρηματικά δάνεια που τελικά περνούν στις τιμές. Σε μια αγορά κατοικίας όπου η προσφορά προσιτού ενοικίου είναι ήδη περιορισμένη, το ακριβότερο χρήμα λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής πίεσης.
Τρίτον, η Ελλάδα έχει αδύναμη «αναδιανομή» από φόρους και επιδόματα προς τους πιο ευάλωτους. Κι εδώ υπάρχει αριθμός-κλειδί: σύμφωνα με τα στοιχεία που συνδέονται με το EU‑SILC, ο κίνδυνος φτώχειας (AROP) στην Ελλάδα είναι 23,5% πριν από κοινωνικές μεταβιβάσεις (εξαιρώντας συντάξεις) και πέφτει στο 19,6% μετά τις μεταβιβάσεις, άρα η «επίδραση» των κοινωνικών μεταβιβάσεων (χωρίς συντάξεις) αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 16,6%. (https://www.serresparatiritis.gr/elstat-se-kinduno-ftwxeias-1-stous-4-ellines-%E2%80%93-pio-ektetheimena-ta-paidia/articles/34/33510/?utm_source=openai) Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αποτελεσματικότητα είναι περίπου διπλάσια, γύρω στο 34% κατά μέσο όρο, με βάση συγκεντρωτικές αναλύσεις των ευρωπαϊκών δεικτών. (https://www.eumonitor.eu/9353000/1/j4nvirkkkr58fyw_j9vvik7m1c3gyxp/vmja6t8fkxyn?utm_source=openai)
Το αποτέλεσμα αυτών των τριών είναι απλό στην καθημερινότητα: η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει, αλλά μεγάλο μέρος των νοικοκυριών δεν νιώθει ότι «ανασαίνει», διότι η αύξηση του κόστους ζωής και της στέγης απορροφά την όποια βελτίωση.
Η στέγη ως επιταχυντής: γιατί η Ελλάδα είναι πρώτη στην υπερ-επιβάρυνση
Η Eurostat καταγράφει την Ελλάδα στην κορυφή της ΕΕ στο ποσοστό νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγη. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/interactive-publications/housing-2025?utm_source=openai) Αυτό είναι κρίσιμο διότι μετατρέπει μια οικονομία «χαμηλών μισθών» σε οικονομία «χαμηλού διαθέσιμου εισοδήματος μετά τη στέγη».
Η στεγαστική κρίση είναι μίγμα προσφοράς και ζήτησης:
- Προσφορά: μικρό απόθεμα προσιτής κατοικίας, περιορισμένη κοινωνική κατοικία, κενά ακίνητα που δεν μπαίνουν εύκολα στην αγορά για λόγους κόστους ανακαίνισης ή θεσμικών εμποδίων.
- Ζήτηση: μεγαλύτερη τουριστική πίεση σε συγκεκριμένες περιοχές, επενδυτική ζήτηση για ακίνητα, καθώς και ζήτηση από βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Η πολιτική συζήτηση εδώ έχει πραγματικό «follow the money»: ποιος κερδίζει από την άνοδο των ενοικίων και ποιος χάνει. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων που μπορούν να μετατρέψουν ένα διαμέρισμα σε βραχυχρόνια μίσθωση έχουν υψηλότερη απόδοση, άρα ισχυρό κίνητρο. Ο ενοικιαστής, ειδικά ο νέος εργαζόμενος, δεν έχει αντίστοιχο περιθώριο προσαρμογής.
Η Ελλάδα έχει ήδη δοκιμάσει να κινηθεί με κίνητρα ώστε ακίνητα να επιστρέψουν στη μακροχρόνια μίσθωση, ένα εργαλείο που στοχεύει ακριβώς στο να αυξηθεί η προσφορά εκεί που η αγορά «στεγνώνει». (https://www.reuters.com/world/europe/greece-gives-homeowners-incentives-ditch-short-term-rentals-2024-09-13/?utm_source=openai) Όμως το μέγεθος της πίεσης δείχνει ότι τα κίνητρα, από μόνα τους, δύσκολα ανταγωνίζονται μια αγορά που έχει μάθει να τιμολογεί με όρους τουριστικής απόδοσης.
Παιδική φτώχεια: όταν η δημογραφία συναντά τον προϋπολογισμό
Το 27,9% των παιδιών στην Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. (https://gr.euronews.com/my-europe/2025/05/28/eurostat-erevna-gia-ftoxeia-kai-koinoniko-apokleismo) Αυτό έχει δύο συνέπειες που συχνά δεν λέγονται μαζί:
- Κοινωνική συνέπεια: η παιδική φτώχεια σχετίζεται με σχολική επίδοση, πρόσβαση σε δραστηριότητες, υγεία, διατροφή, άρα δημιουργεί μειονέκτημα που συσσωρεύεται.
- Οικονομική συνέπεια: σε μια χώρα με δημογραφικό πρόβλημα, η επιμονή της παιδικής φτώχειας λειτουργεί σαν «φόρος» στο μελλοντικό ανθρώπινο κεφάλαιο.
Εδώ αναδεικνύεται μια κλασική ελληνική ιδιομορφία κοινωνικής πολιτικής: μεγάλο μέρος των κοινωνικών δαπανών κατευθύνεται σε συντάξεις, ενώ οι παροχές για οικογένειες και παιδιά είναι περιορισμένες σε σύγκριση με την ΕΕ. Σε ευρωπαϊκές συγκρίσεις δαπανών ανά άτομο για οικογένεια/παιδί, η Ελλάδα εμφανίζεται πολύ χαμηλά έναντι του μέσου όρου. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250721-1?utm_source=openai) Δεν είναι θέμα «καλής» ή «κακής» πρόθεσης. Είναι θέμα κατανομής πόρων σε μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Υγεία και «κρυφό» κόστος φτώχειας
Η Eurostat καταγράφει την Ελλάδα με το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ σε ανικανοποίητες ανάγκες ιατρικής φροντίδας: 21,9% το 2024, λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250820-2) Αυτό είναι ένας δείκτης που κάνει τη φτώχεια πιο ακριβή μακροπρόθεσμα. Όταν η περίθαλψη αναβάλλεται, αυξάνει η πιθανότητα επιδείνωσης, άρα αυξάνει και το κόστος για το σύστημα υγείας και για το νοικοκυριό αργότερα.
Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζεται ως η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό «υποκειμενικής φτώχειας» στην ΕΕ. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251023-1) Ακόμη κι αν αυτός ο δείκτης περιέχει στοιχείο αντίληψης, «κουμπώνει» με μια οικονομία όπου η στέγη, τα βασικά αγαθά και η πρόσβαση σε υπηρεσίες δημιουργούν μόνιμο άγχος ρευστότητας.
Η οικονομία των υπηρεσιών και η διανομή: ποια ανάπτυξη παράγει η Ελλάδα
Το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης είναι έντονα προσανατολισμένο σε υπηρεσίες, με μεγάλη συμμετοχή του τουρισμού και δραστηριότητες που συνδέονται με ακίνητα. Αυτό έχει δύο ιδιότητες:
- Παράγει εισόδημα σχετικά γρήγορα όταν η ζήτηση είναι ισχυρή.
- Δεν εγγυάται ότι το εισόδημα θα μεταφραστεί σε υψηλότερους διάμεσους μισθούς ή σε σταθερότητα, ειδικά όταν η εργασία είναι εποχική ή χαμηλά αμειβόμενη.
Σε ευρωπαϊκές αναλύσεις για την Ελλάδα, επισημαίνεται συστηματικά η σημασία της δομής της αγοράς εργασίας, της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας του κοινωνικού κράτους στη μετάφραση της ανάπτυξης σε βελτίωση βιοτικού επιπέδου. (https://publications.europa.eu/resource/cellar/16cb84b6-4154-11f0-b9f2-01aa75ed71a1.0001.03/DOC_1?utm_source=openai) Αυτό είναι ο πυρήνας του «ποιος κερδίζει από την ανάπτυξη»: όταν η αύξηση του τζίρου συγκεντρώνεται σε τομείς με υψηλή ένταση κεφαλαίου (ακίνητα) ή σε τομείς όπου η εργασία δεν αποκτά διαπραγματευτική δύναμη, η ανισότητα μεγαλώνει ακόμη κι αν το ΑΕΠ βελτιώνεται.
Στο ίδιο σημείο, η εικόνα των αγορών (π.χ. χρηματιστήριο, αποδόσεις ομολόγων) μπορεί να δείχνει «ηρεμία», ενώ η πραγματική οικονομία των νοικοκυριών έχει άλλους δείκτες: ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, πρόσβαση σε γιατρό.
Πού πάνε τα λεφτά: κερδισμένοι και χαμένοι με καθαρούς όρους
Η διασταύρωση των δεικτών (AROPE, παιδική φτώχεια, στεγαστική επιβάρυνση, χαμηλή αποτελεσματικότητα μεταβιβάσεων) οδηγεί σε μια αρκετά σαφή κατανομή ωφελειών και βαρών.
Οι κερδισμένοι (ή όσοι προστατεύονται καλύτερα)
Ιδιοκτήτες ακινήτων σε περιοχές υψηλής ζήτησης, ειδικά όταν έχουν πρόσβαση στη βραχυχρόνια μίσθωση ή όταν επωφελούνται από την άνοδο των τιμών. Η άνοδος των ενοικίων είναι άμεση μεταφορά πόρων από ενοικιαστές προς ιδιοκτήτες.
Επιχειρήσεις που συνδέονται με τον τουρισμό και τις υπηρεσίες υψηλής ζήτησης, όπου οι τζίροι ανεβαίνουν γρήγορα όταν η σεζόν είναι ισχυρή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ανεβαίνει εξίσου γρήγορα ο διάμεσος μισθός.
Νοικοκυριά που διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία (κατοικία χωρίς δάνειο, δεύτερο ακίνητο, αποταμιεύσεις). Σε ένα περιβάλλον πληθωρισμού, το «να έχεις κάτι» προστατεύει περισσότερο από το «να παίρνεις κάτι» (δηλαδή μισθό).
Οι χαμένοι (ή όσοι μένουν πιο εκτεθειμένοι)
Ενοικιαστές, ιδίως στις πόλεις και σε τουριστικά hotspots. Όταν η Ελλάδα είναι πρώτη στην υπερ-επιβάρυνση στέγης, ο ενοικιαστής είναι η «γραμμή επαφής» της κρίσης. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/interactive-publications/housing-2025?utm_source=openai)
Νέοι εργαζόμενοι και νέα ζευγάρια, διότι συνδυάζουν χαμηλότερους μισθούς εισόδου, υψηλά ενοίκια και ακριβότερο χρήμα. Το ότι φεύγουν από το σπίτι στα 30,7 χρόνια δεν είναι επιλογή «κουλτούρας», είναι οικονομική συνθήκη. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250923-1)
Οικογένειες με παιδιά, κάτι που αποτυπώνεται ευθέως στο 27,9% παιδικής φτώχειας/αποκλεισμού. (https://gr.euronews.com/my-europe/2025/05/28/eurostat-erevna-gia-ftoxeia-kai-koinoniko-apokleismo) Το χαμηλό επίπεδο δαπανών για οικογένειες σε σχέση με την ΕΕ δείχνει και το πού δεν φτάνουν οι πόροι. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250721-1?utm_source=openai)
Όσοι έχουν ανάγκη πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και δυσκολεύονται να την εξασφαλίσουν. Το 21,9% ανικανοποίητων αναγκών ιατρικής φροντίδας μεταφράζεται σε παραγωγικότητα που χάνεται και σε κόστος που μετατίθεται στο μέλλον. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250820-2)
Γιατί οι μεταβιβάσεις «δουλεύουν» λιγότερο στην Ελλάδα και τι σημαίνει αυτό σε αριθμούς
Η χαμηλή αποτελεσματικότητα των κοινωνικών μεταβιβάσεων (εξαιρώντας συντάξεις) είναι από τα πιο αποκαλυπτικά σημεία. Στην Ελλάδα, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεταβιβάσεις ρίχνουν τον κίνδυνο φτώχειας από 23,5% σε 19,6%, δηλαδή κατά περίπου 16,6%. (https://www.serresparatiritis.gr/elstat-se-kinduno-ftwxeias-1-stous-4-ellines-%E2%80%93-pio-ektetheimena-ta-paidia/articles/34/33510/?utm_source=openai) Σε ευρωπαϊκό μέσο όρο, η μείωση είναι περίπου 34%, κάτι που υποδηλώνει ότι αλλού τα επιδόματα (στέγασης, παιδιού, ελάχιστου εισοδήματος, ανεργίας) είτε έχουν μεγαλύτερη αξία, είτε καλύτερη κάλυψη, είτε καλύτερη στόχευση. (https://www.eumonitor.eu/9353000/1/j4nvirkkkr58fyw_j9vvik7m1c3gyxp/vmja6t8fkxyn?utm_source=openai)
Αυτό έχει άμεση πολιτική ανάγνωση: η συζήτηση δεν κρίνεται μόνο στο «πόσα δίνει το κράτος», αλλά στο «πού τα δίνει» και «σε ποιον φτάνουν». Η Ελλάδα μπορεί να δαπανά πολύ σε μια κατηγορία (όπως οι συντάξεις), αλλά να εμφανίζει επίμονη παιδική φτώχεια, διότι ο μηχανισμός αναδιανομής προς οικογένειες και νέους είναι πιο αδύναμος.
Όταν το κράτος μειώνει τη φτώχεια με τη μισή αποτελεσματικότητα από τον μέσο όρο της ΕΕ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο «χαμηλοί μισθοί». Είναι και αρχιτεκτονική κοινωνικής πολιτικής.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα: ευρωζώνη, χρέος και περιορισμένος χώρος ελιγμών
Η Ελλάδα δεν έχει δική της νομισματική πολιτική. Τα επιτόκια τα αποφασίζει η ΕΚΤ για όλη την ευρωζώνη, με βάση τον μέσο πληθωρισμό και τις συνθήκες κυρίως των μεγάλων οικονομιών. Άρα, η χώρα δεν μπορεί να «ρίξει χρήμα» ή να κόψει επιτόκια για να ανακουφίσει τα νοικοκυριά όταν πιέζονται από ενοίκια και λογαριασμούς.
Στα δημόσια οικονομικά, η Ελλάδα κουβαλά υψηλό χρέος, άρα κάθε μόνιμη αύξηση κοινωνικών δαπανών θέλει χρηματοδότηση που να στέκει στα μάτια των αγορών και των ευρωπαϊκών κανόνων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιλογές. Σημαίνει ότι οι επιλογές έχουν κόστος και χρειάζονται στόχευση: περισσότερη αποτελεσματικότητα ανά ευρώ, όχι απλώς περισσότερα ευρώ.
Εδώ συνδέεται και το θέμα των spreads (η διαφορά απόδοσης ελληνικών από γερμανικά ομόλογα): όταν το κράτος δείχνει ότι «ξεχειλώνει» χωρίς σχέδιο, οι αγορές απαιτούν υψηλότερο επιτόκιο. Αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερο χρέος και λιγότερο χώρο για κοινωνική πολιτική. Η κοινωνική πολιτική, με άλλα λόγια, πρέπει να είναι και δημοσιονομικά έξυπνη.
Τι ακολουθεί: οι επιλογές που έχουν νόημα (και πώς μετριούνται)
Η εμπειρία της ΕΕ δείχνει ότι η φτώχεια μειώνεται πιο σταθερά όταν δουλεύουν μαζί τρία «κανάλια»:
- Εισόδημα από εργασία (μισθοί, ώρες εργασίας, σταθερότητα απασχόλησης).
- Δίχτυ ασφαλείας (επιδόματα με αξία και κάλυψη, ειδικά για παιδιά και στέγη).
- Κόστος βασικών αγαθών (κυρίως στέγη και υγεία).
Για την Ελλάδα, τα πιο ρεαλιστικά βήματα είναι αυτά που πιάνουν το στεγαστικό και την παιδική φτώχεια με εργαλεία που «μετρούν» στο AROPE:
- Πιο στοχευμένα και επαρκή οικογενειακά επιδόματα, με στόχο να μειώσουν άμεσα την παιδική φτώχεια, λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα η χώρα δαπανά χαμηλά ποσά ανά άτομο για οικογένεια/παιδί σε σχέση με την ΕΕ. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250721-1?utm_source=openai)
- Στεγαστική πολιτική με πραγματική αύξηση προσφοράς: κίνητρα και κανόνες για επιστροφή κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση, μαζί με σχήματα αξιοποίησης δημόσιων ακινήτων και χρηματοδοτήσεων. Η κατεύθυνση των κινήτρων για μετάβαση από βραχυχρόνιες σε μακροχρόνιες μισθώσεις δείχνει το πού βρίσκεται η «πληγή». (https://www.reuters.com/world/europe/greece-gives-homeowners-incentives-ditch-short-term-rentals-2024-09-13/?utm_source=openai)
- Αποτίμηση πολιτικής με δείκτες: AROPE συνολικά, παιδικό AROPE, στεγαστική υπερ-επιβάρυνση, αλλά και δείκτες όπως ανικανοποίητες ανάγκες υγείας και υποκειμενική φτώχεια που λειτουργούν ως καμπανάκι κοινωνικής πίεσης. (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250820-2) (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20251023-1)
Το σημαντικό εδώ είναι το εξής: η Ελλάδα έχει ήδη ένα «ευρωπαϊκό κοντέρ» που δείχνει αν η πολιτική δουλεύει. Αν σε δύο χρόνια η στεγαστική υπερ-επιβάρυνση μείνει πρώτη στην ΕΕ και η παιδική φτώχεια παραμείνει στο 4ο χειρότερο σημείο, τότε η ανάπτυξη θα συνεχίσει να φαίνεται μακροοικονομικά και να χάνεται μικροοικονομικά.
Το συμπέρασμα σε μία πρόταση, με όρους πραγματικής οικονομίας
Με AROPE 26,9% έναντι 21,0% στην ΕΕ, παιδική φτώχεια 27,9% και πρωτιά στη στεγαστική υπερ-επιβάρυνση, η Ελλάδα δείχνει ότι το βασικό της πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη δραστηριότητας αλλά η διανομή του διαθέσιμου εισοδήματος μετά τη στέγη, η αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους και η ικανότητα των μισθών να ακολουθήσουν το κόστος ζωής. (https://www.businessdaily.gr/oikonomia/142243_ayxisi-08-paroysiase-2024-o-plithysmos-se-kindyno-ftoheias) (https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20250430-2) (https://gr.euronews.com/my-europe/2025/05/28/eurostat-erevna-gia-ftoxeia-kai-koinoniko-apokleismo) (https://ec.europa.eu/eurostat/web/interactive-publications/housing-2025?utm_source=openai)
Αν το ζητούμενο είναι η σύγκλιση με την Ευρώπη, η συζήτηση δεν μπορεί να μένει στο «πόσο πήγε το ΑΕΠ». Πρέπει να περνά στο «πόσο έμεινε στο τέλος του μήνα», και αυτό είναι συνάρτηση επιτοκίων, στέγης, αγοράς εργασίας, κοινωνικών μεταβιβάσεων και θεσμικών επιλογών. (https://publications.europa.eu/resource/cellar/16cb84b6-4154-11f0-b9f2-01aa75ed71a1.0001.03/DOC_1?utm_source=openai)
Πώς σου φάνηκε το άρθρο;
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Βοήθησέ μας να γίνουμε καλύτεροι
Πώς γράφτηκε
- Μοντέλο:
- μη διαθέσιμο
- Δημιουργήθηκε:
- μη διαθέσιμο
- Εκτέλεση pipeline:
- μη διαθέσιμο
- Υδατόσημο:
- SynthID (αόρατο υδατόσημο της Google)
- Ανθρώπινη επιμέλεια:
- Καμία πριν τη δημοσίευση